Home Θεσμικοί φορείς Επιστολή της ΡΑΕ προς το ΥΠΟΙΚ για το ενεργειακό κόστος
Επιστολή της ΡΑΕ προς το ΥΠΟΙΚ για το ενεργειακό κόστος

Επιστολή της ΡΑΕ προς το ΥΠΟΙΚ για το ενεργειακό κόστος

0
0

Η ΡΑΕ στην επιστολή της κρούει των κώδωνα του κινδύνου για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει αυτή τη στιγμή η παραγωγή στην Ελλάδα, θίγοντας τόσο το θέμα του κόστους από τους ρύπους όσο και το ζήτημα της υπερφορολόγησης της ενέργειας που προορίζεται για βιομηχανική κατανάλωση.


raeΜεταξύ άλλων, η ΡΑΕ προτείνει προς την κυβέρνηση να θεσπίσει φοροαπαλλαγές κατά το πρότυπο των πρόσφατων αποφάσεων που ελήφθησαν από την ιταλική κυβέρνηση. Η επιστολή της ΡΑΕ απευθύνεται προς τον υπουργό οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα και τον υφυπουργό ενέργειας Μ. Παπαγεωργίου, ωστόσο κοινοποιήθηκε και στο γραφείο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά.


Μέσω αυτής η ανεξάρτητη αρχή επαναφέρει στο προσκήνιο τις προτάσεις που είχε καταθέσει το Φεβρουάριο για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων αντιστάθμισης της επιβάρυνσης που προκαλεί το κόστος αγοράς δικαιωμάτων ρύπων στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία. Παράλληλα για το θέμα των φοροαπαλλαγών και των μέτρων που αποφάσισε η ιταλική κυβέρνηση, η ΡΑΕ υπογραμμίζει ότι παρόμοιοι μηχανισμοί ελάφρυνσης του κόστους στη βιομηχανία εφαρμόζονται με διάφορες μορφές και κλίμακες και σε άλλα κράτη όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, η Ισπανία κλπ.


Η ΡΑΕ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ενεργοβόρος βιομηχανία στην Ελλάδα και υπογραμμίζει ότι πρέπει να διερευνηθούν όλες οι δυνατότητες υποστήριξης της συνέχισης της λειτουργίας των επιχειρήσεων αυτών στη χώρα μας προς όφελος της οικονονομίας.
Επιπρόσθετα η ανεξάρτητη αρχή που έχει σημαίνοντα ρυθμιστικό ρόλο στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας, επαναφέρει τις προτάσεις της για την αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους και προτείνει συμπληρωματικά την υιοθέτηση συστήματος φοροαπαλλαγών και εκπτώσεων για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις κατά το ιταλικό πρότυπο.


Όπως αναφέρει στην επιστολή της η ΡΑΕ η Ιταλική κυβέρνηση θέσπισε με κοινή υπουργική απόφαση, πέραν των μέτρων που ήδη ισχύουν για τη στήριξη της βιομηχανίας (π.χ. συμβάσεις διακοψιμότητας) ένα νέο σύστημα φοροαπαλλαγών για εταιρείες με σημαντικό ενεργειακό κόστος. Με το σύστημα αυτό άλλαξε η βάση υπολογισμού/χρέωσης/φορολόγησης, ανάλογα με τη συμμετοχή του ενεργειακού κόστους της επιχείρησης στο συνολικό κύκλο εργασιών της.


Ειδικότερα, η απόφαση καθορίζει ότι οι εταιρείες των οποίων οι δαπάνες για ενέργεια αντιστοιχούν σε περισσότερο από 3% του κύκλου εργασιών τους, δικαιούνται φορολογικές ελαφρύνσεις στους φόρους των ενεργειακών προϊόντων, ενώ οι εταιρείες των οποίων οι δαπάνες για ηλεκτρική ενέργεια αντιστοιχούν σε περισσότερο από 2% του κύκλου εργασιών τους δικαιούνται εκπτώσεις στις (ρυθμιζόμενες) χρεώσεις της ηλεκτρικής ενέργειας που σχετίζονται με πολιτικές προώθησης/ενίσχυσης των ΑΠΕ (π.χ. Ειδικό Τέλος), ή με άλλες συναφείς πολιτικές (π.χ. χρεώσεις ΥΚΩ). Οι εκπτώσεις αυξάνονται ανάλογα με το ποσοστό του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας επί του κύκλου εργασιών. Η απόφαση καθορίζει, ως κατώτατο όριο ενεργειακής κατανάλωσης τις 2,4 GWh/έτος, ώστε να δικαιούται μια επιχείρησης φοροελαφρύνσεις και εκπτώσεις.


Για το θέμα των ρύπων, η ΡΑΕ επαναφέρει την εισήγηση που είχε παρουσιάσει στην κυβέρνηση το Φεβρουάριο βάσει της οποίας προτείνεται συγκεκριμένο μοντέλο αντιστάθμισης του επιπλέον κόστους. Με τα μέτρα της ΡΑΕ οι ενεργοβόρες παραγωγικές μονάδες μπορούν να ανακτήσουν το 85% του επιπλέον κόστους που προκύπτει στα τιμολόγια ρεύματος εξαιτίας του νέου συστήματος εμπορίας ρύπων.


Η ΡΑΕ στην τεκμηριωμένη εισήγησή της, επισημαίνει τα αναλυτικά μέτρα και βήματα που πρέπει να γίνουν – και εφαρμόζονται από άλλες χώρες – ούτως ώστε τα μέτρα για την αντιστάθμιση του κόστους των ρύπων να μην αποτελέσουν κρατική ενίσχυση. Τα μέτρα αντιστάθμισης που προτείνει η ΡΑΕ συνίστανται σε παροχή δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων σε ποσοστό 85% επί των συνολικών ρύπων που εκπέμπει κάθε βιομηχανία μέσω της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι το 2015 και σε ποσοστό 80% για τα έτη 2016 έως και 2018, και τέλος σε 75% για το 2019 και το 2020.