Home Νέα Κριτική του ΙΟΒΕ για τον ΕΦΚ στο αέριο

Κριτική του ΙΟΒΕ για τον ΕΦΚ στο αέριο

0
0

Την θετική επίδραση που θα έχει στην ελληνική οικονομία η μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης (ΕΦΚ) στο φυσικό αέριο που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία και στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αναλύει νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ).

 

Γράφει ο Αριστείδης Ζευγίτης
ΑΕΡΙΟΌπως διαπιστώνει ο συντελεστής του καθορίστηκε για τον ΕΦΚ σε 1,5 ευρώ ανά GJ Μικτής Θερμογόνου Δύναμης (5,4 €/MWh) για όλες τις χρήσεις. Το επίπεδο του συντελεστή   από το ελάχιστο που ορίζει η Οδηγία 2003/96/ΕΚ για τη θερμική επιχειρηματική χρήση και πενταπλάσιο έναντι του ελάχιστου συντελεστή για τη μη επιχειρηματική χρήση.

Στη φορολογική βάση υπολογισμού του φόρου εντάσσεται και η κατανάλωση φυσικού αερίου για μη ενεργειακούς σκοπούς (ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία), κάτι που δεν προβλέπεται στην Οδηγία 2003/96, όπως και οι καταναλώσεις φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, οι οποίες σύμφωνα με την Οδηγία δεν υποχρεούνται σε επιβολή ΕΦΚ και απαλλάσσονται στην πλειονότητα των κρατών μελών της ΕΕ.

Η Ελλάδα μετά το συνυπολογισμό των απαλλαγών, μειώσεων και επιστροφών φόρου που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη της ΕΕ έχει έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΕΦΚ στο φυσικό αέριο για επιχειρηματική θερμική χρήση στην ΕΕ-28.

Ο ΕΦΚ αποτελεί περίπου  το 12% της τιμής που πληρώνουν  οι ελληνικές επιχειρήσεις με μεγάλη κατανάλωση φυσικού αερίου. Επιπλέον, το κόστος εισαγωγής φυσικού αερίου στην Ελλάδα είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ και μαζί με τον ΕΦΚ συμπαρασύρει τις τελικές τιμές προμήθειας από τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα σε υψηλό επίπεδο σε όλες τις κατηγορίες
κατανάλωσης.

Συγκριτικά με το μέσο όρο στην ΕΕ-28, η τιμή προ φόρων για τους μεγάλους καταναλωτές στην Ελλάδα ήταν κατά 24% υψηλότερη, ενώ η τελική τιμή χωρίς ΦΠΑ και άλλους ανακτώμενους φόρους και τέλη ήταν υψηλότερη κατά 33%, λόγω της επίπτωσης που έχει ο ΕΦΚ στις τιμές.

Σε σχέση με τη γειτονική Βουλγαρία οι τιμές στην Ελλάδα για τις επιχειρήσεις είναι κατά 42% υψηλότερες, ενώ η διαφορά έναντι της Τουρκίας φτάνει στο 72%.

Η επιβολή του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιπτώσεις της κρίσης είναι ιδιαίτερα δυσμενείς για την ελληνική βιομηχανία και πολύ περισσότερο για τις βιομηχανίες εντάσεως ενέργειας, οι οποίες συνολικά παρουσιάζουν κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων και μεγάλες ζημιές.

Οι αρνητικές επιπτώσεις στη βιομηχανία από την επιβολή ΕΦΚ είναι ιδιαίτερα σημαντικές,  σημειώνει ο ΙΟΒΕ (αύξηση κόστους παραγωγής, μείωση ανταγωνιστικότητας για τα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά, μείωση κερδοφορίας, επενδύσεων, απώλεια θέσεων εργασίας και ΑΕΠ, συνέχιση χρήσης άλλων περισσότερο ρυπογόνων καυσίμων, παύση λειτουργίας ή/και μετεγκατάσταση σε γειτονικές χώρες με χαμηλότερο κόστος ενέργειας κ.ά.).

Όπως καταγράφεται στη μελέτη, η βιομηχανία (ενεργειακή και μη-ενεργειακή χρήση) είναι ο δεύτερος σημαντικότερος καταναλωτής φυσικού αερίου στην Ελλάδα μετά την ηλεκτροπαραγωγή. Έτσι, η πλειονότητα των εσόδων από τον ΕΦΚ
προέρχεται από τον τομέα ηλεκτροπαραγωγής, με τη βιομηχανία να ακολουθεί.

Εκτιμάται ότι το 2014 τα έσοδα από τον ΕΦΚ στην ηλεκτροπαραγωγή ήταν μειωμένα κατά περίπου 40% λόγω ανάλογης μείωσης της παραγωγής των μονάδων φυσικού αερίου. Συνολικά, τα έσοδα από τον ΕΦΚ στο φυσικό αέριο για το 2014 εκτιμάται ότι ήταν μειωμένα κατά περίπου 25% έναντι του προηγούμενου έτους. Με δεδομένες τις συνθήκες και τους περιορισμούς στη διαμόρφωση των τιμών του φυσικού αερίου, μια άμεση λύση για τον περιορισμό του ενεργειακού
κόστους για τις ελληνικές επιχειρήσεις θα ήταν η προσαρμογή του ΕΦΚ στα ελάχιστα δυνατά επίπεδα που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία.

Η μείωση του ΕΦΚ στο φυσικό αέριο θα βελτίωνε τις δυνατότητες τιμολόγησης των ελληνικών επιχειρήσεων και  θα βοηθούσε στη διατήρηση του παραγωγικού τους δυναμικού  μέχρι να ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση. Επομένως, η ενσωμάτωση της μείωσης του ΕΦΚ στις τιμές των προϊόντων θα βελτίωνε την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής, με ευρύτερες θετικές επιδράσεις στο σύνολο της οικονομίας. Η μείωση των τιμών των εγχώριων προϊόντων θα οδηγούσε σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης και των εξαγωγών και θα μπορούσε να αναστρέψει τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή του.