Home Ηλεκτρισμός Με το φυσικό αέριο η μετάβαση στην «πράσινη» ηλεκτροπαραγωγή

Με το φυσικό αέριο η μετάβαση στην «πράσινη» ηλεκτροπαραγωγή

0
0

Giorgos Stamtsis_General ManagerΣε ομιλία του στην Ακαδημία Αθηνών, ο Δρ Γιώργος Στάμτσης, Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Συνδέσμου Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΑΗ), ανέφερε πως το φυσικό αέριο είναι παραμένει σε αυτή τη μεταβατική περίοδο (όπως αναδεικνύει η ΙΕΑ, η ΕΕ αλλά και η πραγματικότητα στις ΗΠΑ) το μόνο ορυκτό καύσιμο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύριο εργαλείο για την γεφύρωση ανάμεσα στη σημερινή πραγματικότητα και τη μελλοντική του 2050, για την οποία προβλέπονται σχεδόν μηδενικές εκπομπές Αερίων του Φαινομένου του Θερμοκηπίου (ΑΦΘ) από την ηλεκτροπαραγωγή.

Αναλυτικά η ομιλία του στελέχους του ΕΣΑΗ: 

Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Εταιρειών Ηλεκτρικής Ενέργειας εκπροσωπεί τις μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Οι εταιρείες μέλη του ΕΣΑΗ έχουν υλοποιήσει επενδύσεις 1,5 δις. ευρώ σε 6 σύγχρονες και αποδοτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο το φυσικό αέριο, προσθέτοντας περισσότερα από 2.500MW ισχύος στο Σύστημα, τα οποία στο σύνολο τους είναι ανά πάσα στιγμή διαθέσιμα στον Διαχειριστή Συστήματος, πρόκειται δηλαδή για ελεγχόμενη, διαθέσιμη ισχύ.

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΜΕΙΓΜΑ

Κυρίες και κύριοι,

Η ενέργεια αποτελεί βασικό παράγοντα για την παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα μίας χώρας. Πολύ περισσότερο στην Ελλάδα, που η ανάγκη για ανάπτυξη και τόνωση της οικονομίας μέσω αλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος έχει γίνει πιο επιτακτική από ποτέ. Παράλληλα, όμως, βρισκόμαστε και ενώπιον μίας πραγματικότητας τελείως διαφορετικής από αυτήν που γνωρίζαμε μέχρι πριν 5 χρόνια και την οποία δεν μπορούμε να μη λαμβάνουμε υπόψη, όταν μιλάμε για τον ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας.

Η ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης περικλείεται στο βασικό τρίπτυχο «προσιτές τιμές-ασφάλεια εφοδιασμού-μείωση εκπομπών άνθρακα». Βασικό πια όχημα, με τη νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπό τον Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι η δημιουργία της Ενεργειακής Ένωσης. Παράλληλα, σε διεθνές επίπεδο – εν όψει και της επικείμενης (Δεκ. 2015) παγκόσμιας συμφωνίας στο Παρίσι για την κλιματική αλλαγή- κυρίως οι ανεπτυγμένες αλλά μαζί και οι αναπτυσσόμενες οικονομίες, θέτουν υψηλούς και φιλόδοξους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Ένα τέτοιο διεθνές περιβάλλον, θέτει μεγάλες προκλήσεις για το μέλλον της ηλεκτροπαραγωγής η οποία είναι και ο κύριος τομέας εκπομπής των ΑΦΘ. Με ορίζοντα το 2050 το ενεργειακό μίγμα στο οποίο βασίζεται η παραγωγή ηλεκτρισμού αλλάζει δραστικά. Η συμβολή του άνθρακα, του λιγνίτη και του πετρελαίου – αυτό ισχύει κυρίως για τις ανεπτυγμένες χώρες – μειώνεται και θα μειωθεί περαιτέρω, ενώ η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές αυξάνεται σταδιακά και με εντεινόμενους ρυθμούς.

Το φυσικό αέριο παραμένει σε αυτή τη μεταβατική περίοδο (όπως αναδεικνύει η ΙΕΑ, η ΕΕ αλλά και η πραγματικότητα στις ΗΠΑ) το μόνο ορυκτό καύσιμο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κύριο εργαλείο για την γεφύρωση ανάμεσα στη σημερινή πραγματικότητα και τη μελλοντική του 2050 που προβλέπεται με σχεδόν μηδενικές εκπομπές ΑΦΘ από την ηλεκτροπαραγωγή. Αυτό οφείλεται στα δύο κύρια χαρακτηριστικά του φ.α.. Το πρώτο είναι οι χαμηλές εκπομπές CO2 ανά παραγόμενη ηλεκτρική μεγαβατώρα και το δεύτερο η ευελιξία των μονάδων φ.α. η οποία είναι απαραίτητη για τη λειτουργία των Συστημάτων Ηλεκτρισμού με μεγάλη διείσδυση κυμαινόμενων ΑΠΕ (όπως είναι τα αιολικά και τα φ/β).

ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΟΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟ ΛΙΓΝΙΤΗ

Τι σημαίνει η νέα αυτή πραγματικότητα για τον ενεργειακό σχεδιασμό της Ελλάδας; Όπως όλοι σχεδόν συμφωνούν (προηγούμενες και τωρινή κυβέρνηση, φορείς της αγοράς, ΜΚΟ, κ.α.), η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια σταδιακή απεξάρτηση από τη χρήση του λιγνίτη για ηλεκτροπαραγωγή. Φυσικά η αλλαγή αυτή δεν θα γίνει σε μια ημέρα, πάντως οι ενδείξεις είναι ότι θα χρειαστεί ίσως λιγότερο χρόνο από ό,τι αρχικά θεωρούσαμε. Βασικό κριτήριο του ρυθμού μείωσης της χρήσης λιγνίτη θα αποτελεί προφανώς η οικονομικότητα του ως καυσίμου για την ηλεκτροπαραγωγή. Ήδη με τις σημερινές, σχετικά χαμηλές, τιμές δικαιωμάτων εκπομπής CO2 οι μονάδες φυσικού αερίου στην Ελλάδα είναι ανταγωνιστικότερες από αρκετές λιγνιτικές μονάδες. Η ΕΕ έχει ως κεντρικό σενάριο τιμών ΕUA για την περίοδο 2021-2030 τα 25 Ευρώ/δικαίωμα. Με αυτό το επίπεδο τιμών οι μονάδες φυσικού αερίου στην Ελλάδα θα είναι τότε φθηνότερη πηγή σε σχέση με το λιγνίτη ακόμα και για τιμές φ.α. σημαντικά υψηλότερες από τα σημερινά επίπεδα.

Αυτό λοιπόν που φαίνεται ως ένας γενικός κανόνας που η χώρα θα πρέπει να ακολουθήσει στον ενεργειακό σχεδιασμό της (το κάνει ήδη θεωρώ εδώ και κάποια χρόνια) είναι ότι η χρήση λιγνίτη μειώνεται σταθερά με τη σταδιακή απόσυρση της πλειονότητας των υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων, η διείσδυση των ΑΠΕ συνεχίζεται-αν και στην περίπτωση της Ελλάδας όχι γραμμικά-και ο ρυθμός αύξησης στη χρήση του φ.α. στη μεταβατική αυτή περίοδο θα καθοριστεί από τα οικονομικά δεδομένα της αγοράς.

Ο ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΣΤΗ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Χαρακτηριστική για την οικονομικότητα του συνδυασμού ΑΠΕ και φ.α είναι η μελέτη που διενήργησε το 2011 η εταιρεία συμβούλων McKinsey για τις δυνατότητες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ελλάδα, όπου σημείωνε πως η ενίσχυση της διείσδυσης των ΑΠΕ, σε συνδυασμό με την αύξηση του μεριδίου του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή, αποτελούν τον πλέον οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Σημειώνεται πως μία ελληνική λιγνιτική μονάδα εκπέμπει 1,45-1,80 τόνους CO2 ανά Μεγαβατώρα, έναντι μόλις 0,40 τόνων της μονάδας φυσικού αερίου. Παράλληλα, ο βαθμός απόδοσης των λιγνιτικών στην Ελλάδα είναι 28-36% έναντι 58% των μονάδων φυσικού αερίου. Για το λόγο αυτό και η χώρα είναι καθηλωμένη σε επίπεδο ενεργειακής απόδοσης όπως δείχνει πρόσφατη έκθεση του European Environmental Agency (Οκτώβριος 2015), όπου η Ελλάδα έχει σημειώσει σχεδόν μηδενική πρόοδο από το 2005 έως το 2013, κατέχοντας μία από τις χαμηλότερες θέσεις στην Ευρώπη των 28.

Πέρα όμως από την καθαρή οικονομική ανάλυση για τον προσδιορισμό του συμφερότερου ενεργειακού μίγματος προς ηλεκτροπαραγωγή, σημαντικό κριτήριο αποτελούν και οι γεωπολιτικές δυνατότητες που ανοίγονται για τη χώρα. Η ενισχυμένη κατανάλωση φυσικού αερίου που βασίζεται στις μονάδες της ΔΕΗ και των ιδιωτών καθιστά την Ελλάδα ελκυστική αγορά και άρα προσελκύει διεθνή σχήματα για την ανάπτυξη αγωγών και την υλοποίηση σχεδίων γεωπολιτικού ενδιαφέροντος όπως ο Νότιος Διάδρομος ή ο TAP και ο IGB, γεγονός που ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού αλλά και την πολιτική διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας.

Η μετάβαση λοιπόν σε ένα νέο ενεργειακό τοπίο στην Ελλάδα με μεγάλη διείσδυση ΑΠΕ και το φ.α. ως βασικό εργαλείο για την οικονομική και ευσταθή λειτουργία του Ηλεκτρικού Συστήματος αποτελεί μία ισχυρή και βιώσιμη εναλλακτική που αναβαθμίζει την περιβαλλοντική προστασία και τη δημόσια υγεία, εξασφαλίζει την ευστάθεια του ηλεκτρικού συστήματος, αλλά συμβάλλει και στην ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας.

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ Η ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΝΗΣΙΩΝ

Πέρα όμως από την αλλαγή στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού έχει τη δυνατότητα να δώσει ισχυρή ώθηση στην εθνική οικονομία και μέσω επενδύσεων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα οι καταναλωτές επιβαρύνονται με ένα πολύ σημαντικό κόστος εξαιτίας της παρατεταμένης αδράνειας στην υλοποίηση της διασύνδεσης της νησιωτικής χώρας με το ηπειρωτικό σύστημα. Ειδικά σε περιπτώσεις όπως της Κρήτης όπου το ετήσιο επιπλέον κόστος από τη λειτουργία των πετρελαϊκών μονάδων για την παραγωγή ρεύματος αγγίζει τα 400 εκατ. ευρώ, η διασύνδεση που υπολογίζεται ότι απαιτεί μία επένδυση της τάξεως των 900 εκατ. ευρώ, θα μπορούσε να αποσβεστεί σε μόλις τρία χρόνια.

Συνοψίζοντας, η Ελλάδα έχει επιλογές, αλλά είναι ύψιστης σημασίας για τη χώρα μας να συνειδητοποιήσει τις επερχόμενες εξελίξεις και να αξιοποιήσει και να ενισχύσει τις υποδομές και τους πόρους που έχει στη διάθεσή της.