Home Το πρωτοσέλιδο Φυσικό αέριο από την Gazprom στην Μυτιληναίος
Φυσικό αέριο από την Gazprom στην Μυτιληναίος

Φυσικό αέριο από την Gazprom στην Μυτιληναίος

0
0

Πωλήσεις φυσικού αερίου πραγματοποιεί, ήδη από τα τέλη Δεκεμβρίου, η ρωσική Gazprom απευθείας στην ελληνική αγορά, προμηθεύοντας μέσω του σταθμού του Σιδηρόκαστρου, την εταιρεία Μυτιληναίος.

Όπως αναφέρεται στην εφημερίδα «Καθημερινή», ο Μυτιληναίος έχει συνάψει σύμβαση προμήθειας αερίου με τους Ρώσους για να τροφοδοτεί μέσω αυτής της πηγής, εν μέρει, τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που διαθέτει. Η για πρώτη φορά απευθείας διάθεση αερίου από τη Gazprom ασφαλώς αλλάζει τα δεδομένα στην εγχώρια αγορά και αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό.

Επί σειρά ετών, είναι γνωστό άλλωστε, ότι η ΔΕΠΑ αποκλειστικά έφερνε το ρωσικό αέριο στη χώρα μας, αλλά από το 2014 υπήρξε αναθεώρηση στη μεταξύ τους σύμβαση που κατάργησε το αποκλειστικό δικαίωμά της, ενώ η εταιρεία υποχρεώθηκε την ίδια χρονιά από την Επιτροπή Ανταγωνισμού να εκχωρήσει δυναμικότητα σε τρίτους στα σημεία εισόδου της χώρας.

Στη συνέχεια, το 2016, η Gazprom παρέδωσε αρχικά αέριο στην Προμηθέας Gas, την εταιρεία που έχει από κοινού (50% και 50%) με τον Όμιλο Κοπελούζου, και η τελευταία δραστηριοποιήθηκε δυναμικά στη μεταπώληση του αερίου, αποσπώντας ποσοστό περί το 20% από τη ΔΕΠΑ, προμηθεύοντας μεγάλους βιομηχανικούς καταναλωτές, ηλεκτροπαραγωγούς, αλλά και εταιρείες παροχής αερίου (ΕΠΑ).

Τώρα η Gazprom προχωράει ένα ακόμη βήμα και πουλάει απευθείας σε μεγάλους καταναλωτές, όπως ο Όμιλος Μυτιληναίου, χωρίς να μεσολαβήσει η ΔΕΠΑ ή η Προμηθέας.

Η ΔΕΠΑ τιμολογεί τους πελάτες της με βάση το συνολικό κόστος που προκύπτει από τους τρείς βασικούς προμηθευτές της (Ρωσία, Τουρκία και Αλγερία) καθώς και τα έκτακτα φορτία LNG από την spot αγορά. Φαίνεται ότι η τιμή που καταλήγει να πουλάει η ΔΕΠΑ είναι ακριβότερη από εκείνη που μπορεί να εξασφαλίσει ένας μεγάλος καταναλωτής απευθείας από την Gazprom.

Σημειώνεται ότι, με τη λειτουργία του αγωγού TAP, o ανταγωνισμός στην ελληνική αγορά αναμένεται να ενταθεί ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας ευνοϊκότερες συνθήκες για μείωση του ενεργειακού κόστους.