Home Θεσμικοί φορείς Ανακοίνωση ΣΜΕ για τον εξορυκτικό κλάδο
Ανακοίνωση ΣΜΕ για τον εξορυκτικό κλάδο

Ανακοίνωση ΣΜΕ για τον εξορυκτικό κλάδο

0
0

Ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων εξέδωσε ανακοίνωση για το μέλλον και τις προοπτικές που παρουσιάζει ο εξορυκτικός κλάδος.


Πιο αναλυτικά, ο σύνδεσμος υπογραμμίζει τα εξής: “Η Εθνική Πολιτική (Ε.Π.) στοχεύει στην βιώσιμη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας μας θέτοντας τους βασικούς άξονες, τις απαιτούμενες επιμέρους κατευθύνσεις όπως και τις επιμέρους εξειδικευμένες ενέργειες που απαιτεί μία τέτοια πολιτική. Βασικός στόχος της η εναρμόνισή της με τις βασικές αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και η σύζευξή της με τις υπόλοιπες εθνικές τομεακές πολιτικές. Η εφαρμογή της για να πραγματοποιηθεί πρέπει να περάσει κατά κύριο λόγο μέσα από ουσιαστική αλλαγή νοοτροπιών και πρακτικών όλων των εμπλεκόμενων (φορείς εκμετάλλευσης, Πολιτεία, Δημόσια Διοίκηση και τοπικές κοινωνίες).


Χωρίς αυτή την αλλαγή νοοτροπιών η Εθνικη Μεταλλευτικη Πολιτική θα μείνει μία ακόμη «εξαγγελία στα χαρτιά». Σήμερα που μιλάμε, παρά την επίσημη εξαγγελία της, δείγμα της νοοτροπίας που υπάρχει, διάφοροι τομείς του ίδιου του ΥΠΕΚΑ ή συναρμόδια Υπουργεία, στελέχη των οποίων «θέλουν να αγνοούν την Ε.Π.» αντιστρατεύονται την πολιτική αυτή, δημιουργώντας συνεχώς εμπόδια στην υλοποίησή της, με προτάσεις κανονιστικών διατάξεων ή ρυθμίσεων, με σχέδια Π.Δ. ή Υ.Α. και πρακτικές που στην ουσία αντίκεινται στους βασικούς της άξονες (και αυτό το λέμε «μετά λόγου γνώσεως»).


Τα παραπάνω τόνισε σε συνέντευξη ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων κ Ελευθέριος Φαίδρος ο οποίος επισήμανε ότι εμείς ως Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων συμμετείχαμε ολόψυχα στην προσπάθεια για την δημιουργία Εθνικής Πολιτικής Αξιοποίησης του Ορυκτού Πλούτου της Χώρας (Ε.Π.) .


Η εξαγγελία της στις 29-2-2012 σε ανοικτή ημερίδα που έγινε στο ΕΒΕΑ, παρουσία όλων των κομμάτων και των ενδιαφερόμενων φορέων έχει για μας την έννοια ότι η πολιτική ηγεσία του τόπου, κατά πλειοψηφία δεσμεύεται για την ανάπτυξη και αξιοποίηση, κατά βιώσιμο τρόπο, των ορυκτών πρώτων υλών της Χώρας.


Η πολιτική αυτή εξαγγέλθηκε, στη πιο κρίσιμη περίοδο για το παρόν και το μέλλον της πατρίδας μας, μιας Ελλάδας που βαθμιαία έχει σχεδόν πλήρως αποβιομηχανοποιηθεί , στερούμενης ισχυρού πρωτογενούς παραγωγικού τομέα είτε αυτός λέγεται γεωργία, είτε κτηνοτροφία είτε αξιοποίηση των φυσικών πόρων ενώ είχε και έχει όλες τις δυνατότητες για μία ισχυρή παραγωγική δράση.


Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες της ΕΕ που διαθέτει σημαντικό ορυκτό πλούτο, τόσο σε ποιότητα, όσο και σε ποσότητα και ποικιλία ορυκτών και μεταλλευμάτων, με μεγάλο βιομηχανικό ενδιαφέρον και ποικιλία εφαρμογών. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις ανάγκες σε ΟΠΥ της ευρωπαϊκής αλλά και της διεθνούς κοινότητας προσφέρει συγκριτικά πλεονεκτήματα για την οικονομία της χώρας.


Ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος αποτελεί σημαντικό τομέα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, Συμμετέχει 3 με 5% στο ΑΕΠ αν συμπεριληφθεί και ο συσχετιζόμενος μεταποιητικός τομέας. Ο εξορυκτικός κλάδος τροφοδοτεί με ορυκτές πρώτες ύλες την παραγωγή ενέργειας, την τσιμεντοβιομηχανία, την βιομηχανία δομικών υλικών, την βιομηχανία μη σιδηρούχων μετάλλων όπως αλουμίνιο και νικέλιο, την βιομηχανία ανοξείδωτου χάλυβα κ.ά.


Η αξιοποίηση του ορυκτού μας πλούτου πρέπει να αποτελέσει εθνική επιλογή, στα πλαίσια των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης αλλά και της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής στο θέμα των Ο.Π.Υ.


Ο κλάδος μας μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση του εξασφαλίζοντας σε βάθος χρόνου αναγκαίες πρώτες ύλες για τις ανάγκες της Ελληνικής & Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας, συνεισφέροντας ουσιαστικά και στην παγκόσμια αγορά.


Σ΄ότι αφορά την άμεση εφαρμογή της Εθνικής Πολιτικής κατά προτεραιότητα θεωρούμε ότι πρέπει να υπάρξει
α) κατάλληλος χωροταξικός σχεδιασμός που να διασφαλίζει τη δυνατότητα πρόσβασης σε κοιτάσματα ΟΠΥ και να επιλύει τα θέματα ανταγωνισμού των χρήσεων γης και β) ευέλικτο, σύγχρονο, απλοποιημένο και κωδικοποιημένο νομικό πλαίσιο περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων γ) μέτρα τόνωσης της ανταγωνιστικότητας του κλάδου.


Σ΄ ότι αφορά το πρώτο, επειδή βρισκόμαστε σε φάση αναθεώρησης των Περιφερειακών Χωροταξικών Σχεδίων, πρέπει να προσεχθεί η χωροταξική επιβίωση της εκμετάλλευσης του Ορυκτού Πλούτου της χώρας.


Εμείς είμαστε ανέκαθεν υπέρ της δημιουργίας Ειδικού Χωροταξικού για τις Ορυκτές Πρώτες Ύλες κάτι που εναρμονίζεται και με τις καλές πρακτικές που υλοποιούνται και από άλλα κράτη μέλη της Ε.Ε. στα πλαίσια της «Πρωτοβουλίας για τις Πρώτες ΄Υλες».


Σ΄ ότι αφορά το δεύτερο χρειάζεται άμεση υλοποίηση του νέου νόμου 4014/2011 «περί περιβαλλοντικής αδειοδότησης» ο οποίος ενώ έχει πολλά θετικά στοιχεία, η πλήρης εφαρμογή του εμποδίζεται από το γεγονός ότι πρέπει να εκδοθούν πολλές και σημαντικές ΥΑ προκειμένου να εξειδικευτεί και να λειτουργήσει.


Σ΄ ότι αφορά το τρίτο, θεωρούμε ως θέμα αιχμής την αναθεώρηση του άρθρου 63 του νόμου 4042/2012 «περί ρύθμισης δικαιωμάτων μεταλλειοκτησίας» με το οποίο διπλασιάζονται τα μισθώματα δημόσιων μεταλλευτικών χώρων δημιουργώντας μεγάλα προβλήματα επιβίωσης σε μεταλλευτικές εταιρείες, σε μία εποχή έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, με πτώση τιμών και αβεβαιότητα αγορών.
Επίσης θεωρούμε θέμα άμεσης προτεραιότητας την με διάφορους τρόπους, ενίσχυση της κατασκευαστικής – οικοδομικής δραστηριότητας.


Αναφερόμενος στα βασικά προβλήματα – αντικίνητρα που αναστέλλουν την ευρύτερη αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας ο κ Φαίδρος αφού υπογράμμισε ότι επειδή εξαγγέλθηκαν οι βασικοί άξονες μιας Εθνικής πολιτικής για την Αξιοποίηση του Ορυκτού Πλούτου της Χώρας χωρίς να περάσουμε σε εξειδικευτικές πρακτικές και ανάλογες κανονιστικές ρυθμίσεις, επειδή βγαίνει ένας, σε γενικές γραμμές θετικός νόμος όπως ο 4014 περί περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων που όμως χωρίς τις ανάλογες εξειδικευτικές Υ.Α. μένει «γράμμα καλών προθέσεων» δεν σημαίνει ότι διαφοροποιήθηκαν ή μειώθηκαν τα βασικά προβλήματα του κλάδου.


Η γραφειοκρατία συνεχίζει να υπάρχει, η διασύνδεση μεταξύ Υπουργείων ή υπηρεσιών περιορισμένη, ακόμη και στα πλαίσια ενός Υπουργείου, παράγεται νομοθετικό έργο που αντιτίθεται σε ήδη υπάρχουσες διατάξεις καθιστώντας θολό το ήδη δύσκολο τοπίο, υπηρεσίες που αγνοούν πολιτικές ή αναπτυξιακές κατευθύνσεις και αντιστρατεύονται το έργο του ίδιους τους του Υπουργείου, υπηρεσίες που έχουν επιφορτιστεί με το έργο της αδειοδότησης των έργων και είναι υποστελεχωμένες, υπηρεσίες περιφέρειας ανενημέρωτες για τις κανονιστικές εξελίξεις, τις κεντρικές πολιτικές και όλα τα συναφή, με προσωπικό άσχημα κατανεμημένο ή εν πολλοίς άσχετο με το αντικείμενο που καλούνται να ανταπεξέλθουν (π.χ. αδειοδότηση εξορυκτικών έργων), ελεγκτικές υπηρεσίες και μηχανισμοί ελέγχου τήρησης μέτρων προστασίας και περιβαλλοντικών όρων ανεπαρκείς, με πεπαλαιωμένες απόψεις για την παρακολούθηση των έργων και των υποχρεώσεων των φορέων εκμετάλλευσης, όλα αυτά και όχι μόνο, είναι η σύνθετη καθημερινότητα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του κλάδου.


Πέραν τούτου το γεγονός ότι παράγεται συνέχεια περιβαλλοντική νομοθεσία η οποία τις περισσότερες φορές είναι αντιφατική σε σχέση με την εξορυκτική δραστηριότητα ή περιορίζει ή δυσκολεύει συντριπτικά τις δυνατότητες ανάπτυξης και λειτουργίας της, μέσα σε ένα πλαίσιο ανύπαρκτης εξειδίκευσης χωροταξικού σχεδιασμού, καθιστά ακόμη δυσκολότερη την ανάπτυξη του κλάδου.


Είναι ενδεικτικό ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (NATURA, νόμοι περί βιοποικιλότητας, νόμος προστασίας της ορνιθοπανίδας, ΖΕΠ, ΠΔ προστασίας διαφόρων ορεινών όγκων, δασικοί νόμοι και δασικές διατάξεις, διατάξεις αιγιαλού και παραλίας κλπ) έχουν θέσει κάτω από καθεστώς απόλυτης η μερικής προστασίας πλέον του 50% της χώρας. Εάν σε αυτό προσθέσουμε την ανάπτυξη σε νέες περιοχές οικιστικών σχεδίων ή την κατοχύρωση γης σε άλλες ποικίλες χρήσεις (μη εξορυκτικές) μέσω ΣΧΟΟΑΠ ή υπάρχοντος πολεοδομικού ή χωροταξικού σχεδιασμού, τότε αναρωτηθείτε τι μένει για την απρόσκοπτη λειτουργία και ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας.


Μεγάλο πρόβλημα για τον κλάδο αποτελούν οι έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών και ΜΚΟ οι οποίες λόγω ελλιπούς ενημέρωσης, λανθασμένων αναπτυξιακών προτύπων (τα θολά λεγόμενα και λεχθέντα περί πράσινης ανάπτυξης ή περί σχεδίων ήπιας ανάπτυξης οικοτουριστικής κατεύθυνσης , το όνειρο πολλών αρχόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης, που δυστυχώς δεν έχουν φέρει στη χώρα ούτε ένα ευρώ έσοδα), λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης στον ιδιωτικό τομέα και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Πολιτείας, αντιδρούν με ένταση σε κάθε νέα εξορυκτική δραστηριότητα, έρευνα ή αναπτυξιακό έργο.


Γι΄ αυτό το μεγάλο θέμα, στο να αποκτήσει δηλαδή η εξορυκτική δραστηριότητα «κοινωνική άδεια» και «κοινωνική αποδοχή» πρέπει να γίνουν συντονισμένες προσπάθειες, όχι μόνο από τους φορείς εκμετάλλευσης των ορυκτών πόρων αλλά και από την Πολιτεία.


Παραθέτουμε αυτά που γράφει πάνω στο θέμα η εξαγγελμένη από το ΥΠΕΚΑ Εθνική Πολιτική Αξιοποίησης του Ορυκτού Πλούτου της Χώρας.
α) Έμπρακτη εφαρμογή των κανόνων βιώσιμης ανάπτυξης.
β) Προώθηση διαλόγου και εδραίωση εμπιστοσύνης μεταξύ Πολιτείας, βιομηχανίας και κοινωνικών εταίρων (τοπική κοινωνία, ΜΚΟ, καταναλωτές, εργαζόμενοι κλπ).
γ) Ανάληψη ενημερωτικής εκστρατείας από φορείς και πολιτεία με σκοπό την ευαισθητοποίηση του κοινού και την αντιστροφή του αρνητικού κλίματος που έχει διαμορφωθεί σε πολλά τμήματα των τοπικών κοινωνιών απέναντι στον εξορυκτικό κλάδο.
δ) Αντισταθμιστικά οφέλη στους ΟΤΑ.


Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες της ΕΕ που διαθέτει σημαντικό ορυκτό πλούτο, τόσο σε ποιότητα, όσο και σε ποσότητα και ποικιλία ορυκτών και μεταλλευμάτων, µε μεγάλο βιοµηχανικό ενδιαφέρον και ποικιλία εφαρμογών. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις ανάγκες σε ΟΠΥ της ευρωπαϊκής αλλά και της διεθνούς κοινότητας προσφέρει συγκριτικά πλεονεκτήματα για την οικονομία της χώρας.


Ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος, αποτελεί σημαντικό τοµέα της οικονοµικής δραστηριότητας της χώρας µας (συμμετοχή 3-5% στο ΑΕΠ αν συμπεριληφθεί και ο συσχετιζόμενος μεταποιητικός τομέας) ο οποίος τροφοδοτεί µε πρώτες ύλες µια σειρά άλλων επίσης σηµαντικών κλάδων όπως η παραγωγή ενέργειας, η τσιµεντοβιοµηχανία, η οκοδομική/κατασκευαστική βιομηχανία, η βιοµηχανία μη σιδηρούχων μετάλλων (αλουµινίου, νικελίου, κλπ), η βιομηχανία ανοξείδωτου χάλυβα κ.ά.


Πρέπει να τονιστεί ότι η χώρα μας διαθέτει επάρκεια σε αδρανή δομικά υλικά ενώ παράλληλα είναι σημαντική παραγωγός βασικών μετάλλων αλλά και βιομηχανικών ορυκτών, ορισμένων με μεγέθη αποθεμάτων και ύψη παραγωγής που κατέχουν υψηλότατη θέση στη παγκόσμια κατάταξη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η Ελλάδα, σε παγκόσμια κλίμακα, είναι η μοναδική χώρα παραγωγής χουντίτη-υδρομαγνησίτη, πρώτη χώρα παραγωγής περλίτη, δεύτερη χώρα παραγωγής κίσσηρης (ελαφρόπετρας) και μπεντονίτη καθώς και πρώτη στην εξαγωγή προϊόντων λευκόλιθου/μαγνησίτη στην ΕΕ. Όλα τα παραπάνω ορυκτά είναι μοναδικά σε ποιότητα, με ευρεία χρήση σε πάρα πολλές βιομηχανικές και περιβαλλοντικές εφαρμογές.


Ακόμη η χώρα διαθέτει αξιοσημείωτα κοιτάσματα λιγνίτη, με ετήσια παραγωγή που υπερβαίνει τα 50 εκ. τόνους (5η παραγωγός στον κόσμο) χάρις στην οποία καλύπτεται το μεγαλύτερο ποσοστό των αναγκών της στο τομέα της ηλεκτροπαραγωγής.


Ο εξορυκτικός κλάδος, είναι ισχυρά εξωστρεφής, αφού οι εξαγωγές πρωτογενών και επεξεργασμένων υλικών αντιπροσωπεύουν πάνω από το 65% των πωλήσεών του, ενώ παράλληλα εταιρείες του κλάδου κατέχουν ηγετικές θέσεις στην Ευρωπαϊκή αλλά και στην διεθνή αγορά σε προϊόντα όπως βωξίτης, αλουμίνα, αλουμίνιο, νικέλιο, καυστική μαγνησία, μπεντονίτης, περλίτης, ελαφρόπετρα και μάρμαρα.


Την τελευταία δεκαετία, υπάρχει στροφή στην αξιοποίηση βιομηχανικών ορυκτών σε καινοτόμες, εξειδικευμένες χρήσεις που έχουν περιβαλλοντικό προσανατολισμό και υψηλή προστιθέμενη αξία (πχ. μπεντονίτης, περλίτης, ατταπουλγίτης αμφιβολίτης, ολιβινίτης, ανθρακικό ασβέστιο, βιομηχανικοί άργιλοι ειδικών χρήσεων κλπ).


Σ΄ ότι αφορά τους κλασικούς τομείς εκμετάλλευσης μεταλλευμάτων της χώρας αναφέρουμε τα εξής:
– Στον τομέα του βωξίτη, που αποτελεί την πρώτη ύλη παραγωγής αλουμινίου, η χώρα μας κατέχει παγκοσμίως την 8η θέση μεταξύ των χωρών με τα μεγαλύτερα αποθέματα βωξίτη και είναι η μεγαλύτερη βωξιτοπαραγωγός χώρα της ΕΕ (σταθερά πάνω από 2 εκατ. τόνους ετησίως). Με την παραγωγή αυτή καλύπτει το σύνολο των αναγκών σε πρώτη ύλη της πολύ σημαντικής εγχώριας βιομηχανίας αλουμίνας-αλουμινίου, ενώ παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής χρησιμοποιείται σε άλλες χρήσεις (τσιμέντο, χάλυβα, χυτήρια κλπ) είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό.
– Στον τομέα του νικελίου, η παραγωγή σιδηρονικελίου (FeNi) από τη ΛΑΡΚΟ Γ.Μ.Μ. Α.Ε, καλύπτει το 7% σχεδόν των αναγκών της ευρωπαϊκής αγοράς (2-3% του δυτικού κόσμου), καθιστώντας την μια από τις μεγαλύτερες παραγωγούς της Ευρώπης και μάλιστα τη μοναδική παραγωγό εντός ΕΕ από ίδιες (εγχώριες) πρώτες ύλες (ελληνικά σιδηρονικελιούχα κοιτάσματα-λατερίτες). Το σύνολο δε της παραγωγής (17-20 χιλιάδες τόνοι νικελίου στο κράμα) εξάγεται στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες ανοξείδωτου χάλυβα κι αυτό γιατί το κύριο προϊόν δηλ. το νικέλιο, αποτελεί τη βασική πρώτη ύλη, μαζί με το σιδηροχρώμιο, για την παραγωγή του ανοξείδωτου χάλυβα.
– Στον τομέα του λευκολίθου και της παραγωγής μαγνησιακών προϊόντων η χώρα μας πραγματοποιεί σημαντικές εξαγωγές, κατέχοντας μία από τις υψηλότερες θέσεις παγκοσμίως.


Σε ότι αφορά τον παραδοσιακό κλάδο του μαρμάρου η χώρα μας συνεχίζει να κρατά την ηγετική της θέση στις διεθνείς αγορές, χάρις στην ποιότητα και την πλούσια ποικιλία χρωμάτων και τύπων των ελληνικών μαρμάρων, ιδιαίτερα των λευκών και ανοιχτόχρωμων.


Παρά τις αντίξοες συνθήκες των τελευταίων χρόνων λόγω έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, κρίσης στον οικοδομικό και κατασκευαστικό τομέα αλλά και απαιτήσεων που σχετίζονται με θέματα περιβάλλοντος και αδειοδότησης, συνεχίζουν να λειτουργούν σε όλη τη χώρα 190 περίπου λατομεία, με συνολική ετήσια παραγωγή μαρμαρικών προϊόντων 1 εκ. τόνων.


Πρέπει να τονιστεί ότι η χώρα μας διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα μεικτών θειούχων (μόλυβδος, ψευδάργυρος, χαλκός που περιέχουν άργυρο και χρυσό) αλλά και επιθερμικού χρυσού, σε πολλές περιοχές της Βορείου Ελλάδος (Χαλκιδική, ΄Εβρος, Ροδόπη, Κιλκίς) που αποτελούν ουσιαστική προοπτική για το μεταλλευτικό κλάδο.


Η αξία των περιεχομένων μετάλλων στα βεβαιωμένα πολυμεταλλικά αποθέματα όπως και του χρυσού – αργύρου ανέρχεται σε 20 δις ευρώ.
Οι εκτιμώμενες ποσότητες χρυσού ανέρχονται σε 8,5 εκατομμύρια ουγγιές, και οι αντίστοιχες αργύρου σε 65 εκατομμύρια ουγγιές.
Η εκμετάλλευση μόνο των βεβαίων αποθεμάτων χρυσού – αργύρου της Β. Ελλάδος μπορεί να καταστήσει τη χώρα μας μία από τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής πολύτιμων μετάλλων στην Ε.Ε.


Επίσης σημαντική εκμετάλλευση διενεργείται στον τομέα αδρανών – δομικών υλικών όπου τα τελευταία χρόνια η ετήσια παραγωγή κυμαίνεται από 50 – 90 εκατ. τόνους.
Μακροπρόθεσμος στόχος της αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της χώρας είναι η εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας και περαιτέρω ανάπτυξης ενός εγχώριου εξορυκτικού κλάδου ώστε να είναι υγιής και δυναμικός, να καλύπτει τις εγχώριες ανάγκες σε πρώτες ύλες, να είναι παγκόσμια ανταγωνιστικός με δυνατότητες επίτευξης σημαντικών εξαγωγών, να υποστηρίζει την εθνική και περιφερειακή ανάπτυξη, να εκμεταλλεύεται ορθολογικά τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους, να περιορίζει το περιβαλλοντικό του αποτύπωμα και να διαθέτει την κοινωνική αποδοχή του έργου του.


Όπως τεκμηριώνεται από τα παραπάνω, ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά δυναμική παρουσία σε διαχρονική βάση, στηριζόμενος στο ικανοποιητικό μέγεθος των βέβαιων και πιθανών εκμεταλλεύσιμων αποθεμάτων ορυκτών και μεταλλευμάτων της χώρας, στις υποδομές και τα σημαντικά υπάρχοντα εξορυκτικά έργα, στις αξιόλογες για ευρωπαϊκά δεδομένα εμπειρίες και στην τεχνογνωσία εξορυκτικών διαδικασιών και μεθόδων εκμετάλλευσης αλλά και στο υπάρχον εξειδικευμένο προσωπικό και τον χρησιμοποιούμενο εξελιγμένο εξοπλισμό στα ήδη λειτουργούντα έργα.


΄Αρα η ελληνική εξορυκτική βιομηχανία έχει και δυναμική και ισχυρό μέλλον. Μπορεί να συμβάλει καθοριστικά για το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης τη χώρας.


Βασική προϋπόθεση η εφαρμογή της Εθνικής Πολιτικής Αξιοποίησης του Ορυκτού Πλούτου μέσω της οποίας θα ξεπεραστούν αγκυλώσεις και προβλήματα που προαναφέρθηκαν και μέσω της οποίας θα γίνει προσπάθεια αλλαγής νοοτροπιών και πρακτικών όλων των εμπλεκόμενων. Εδώ λοιπόν χρειάζεται πολιτική ηγεσία όχι να διαχειριστεί προβλήματα αλλά να εμπνεύσει αλλαγές και τομές στην ελληνική κοινωνία.


4)Τελος αναφερομενος στις ποικίλες και πολλές φορές σφοδρές αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών σε θέματα εκμετάλλευσης ορυκτού πλούτου, με έμφαση στις επενδύσεις χρυσού, διερωτήθηκε τι είναι αντιδρώσα τοπική κοινωνία και κατά πόσο είναι «τοπική» στη σημερινή εποχή της πολύπλευρης συμμετοχής του καθενός στο κοινωνικό γίγνεσθαι και στην εύκολη πληροφόρηση και επικοινωνία μέσω της σημερινής τεχνολογίας, είναι κάτι σχετικό.


Αντιδράσεις θετικές ή αρνητικές απέναντι στο εξορυκτικό έργο μπορούμε να αναφέρουμε ότι έχουμε από δύο βασικές κατηγορίες ομάδων α) τους άμεσους γείτονες του έργου που αυτοί έχουν και τα βασικά χαρακτηριστικά της τοπικής κοινωνίας και β) τους μακρινούς «έμμεσους» γείτονες όπως κάτοικοι μακρινότερων χωριών, γειτονικών με το έργο δήμων, κάτοικοι πόλεων με καταγωγή από την περιοχή των εξορυκτικών έργων, παραθεριστές ή μονιμότερους επισκέπτες κοντινών στο έργο περιοχών, οργανώσεις πολιτών όχι κατ΄ ανάγκη έχοντες σχέση με την περιοχή του έργου, διάφοροι φορείς και Μ.Κ.Ο.


Παρ΄ ότι οι επιπτώσεις από τη δραστηριότητά μας μπορεί να είναι περιορισμένες και σίγουρα προσωρινές λόγω των αποκαταστάσεων που ακολουθούν την εκμετάλλευση (όπως προβλέπει ο νόμος που πρέπει να εφαρμόζεται απαρέκλητα) πολλές φορές οι αντιδράσεις είναι ισχυρές, έντονες, οργανωμένες και με ιδεολογικό υπόβαθρο, δυσανάλογες των πραγματικών επιπτώσεων του έργου. Συνήθως δεν σκοπεύουν στο να ελέγξουν ή να βελτιώσουν την εξορυκτική δραστηριότητα μέσω παρεμβάσεων, αλλά να την καταργήσουν. Αρκετά συχνά είναι αρνητικοί και καχύποπτοι προς τις εταιρείες, τις ελεγκτικές αρχές (εάν και όταν εμφανίζονται, προς τα πανεπιστήμια, τα ινστιτούτα ή τους ειδικούς που εκφράζουν γνώμες υπέρ των δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης των ορυκτών πόρων.


Σύνηθες φαινόμενο το εύκολο πέρασμα αρνητικών μηνυμάτων που πολλές φορές στερούνται επιστημονικής αλήθειας όπως μεταλλεία = ρύπανση, η εξόρυξη είναι θάνατος για τα υπόγεια νερά, θανατηφόρο ή καρκινογόνο το τάδε υλικό κλπ.


Σ΄ όλα αυτά έρχεται προσθετικό και το φαινόμενο ΝΙΝΒΥ (ΝΟΤ IN MY BACK YARD) φαινόμενο που αντιμετωπίζεται σ΄ όλη σχεδόν την Ευρώπη όπου κάποιος αντιδρά ή δεν επιθυμεί ένα έργο σε μία τοποθεσία που τον θίγει ή είναι κοντά του. Παρ΄ όλο που χρησιμοποιεί προϊόντα από δραστηριότητες όπως αυτές που καταδιώκει, αυτός θέλει να γίνει το έργο οπουδήποτε αλλού αλλά όχι «κοντά στην αυλή» του, ακόμη και εάν υπάρξουν σημαντικές περιβαλλοντικές ή οικονομικές επιπτώσεις από την απώλεια.


΄Αρα όλοι και όλα παίζουν το ρόλο τους στη διαμόρφωση μιας κοινής υπερτοπικής γνώμης ενάντια στο εξορυκτικό έργο.


Τι χρειάζεται για να αλλάξει η στάση της κοινής γνώμης και ιδιαίτερα των τοπικών κοινωνιών:
· Ουσιαστική αδειοδότηση έργων με προϋποθέσεις και όρους που θα είναι πραγματοποιήσιμοι και θα ελέγχεται η υλοποίησή τους.
· Ενίσχυση του ρόλου των ελεγκτικών υπηρεσιών.
· Διάλογος με τις τοπικές κοινωνίες προκειμένου να σχηματίσουν ολοκληρωμένη άποψη για το έργο και τις επιπτώσεις του.
· Καλλιέργεια μέσα από ανάλογα έργα και πράξεις πνεύματος εμπιστοσύνης μεταξύ εταιρειών και τοπικών κοινωνιών.
· Διάλογος φορέων και Πολιτείας με την κοινωνία για την προβολή της αναγκαιότητας των Ορυκτών Πρώτων Υλών στην καθημερινή ζωή και την εφαρμογή κανόνων βιώσιμης ανάπτυξης στην εκμετάλλευσή τους.
· Προβολή και από τους φορείς και από την Πολιτεία της οικονομικής σημασίας της εκμετάλλευσης του Εθνικού Ορυκτού Πλούτου.
· Παροχή αντισταθμιστικών οφελών στις τοπικές κοινωνίες.
· Χωροταξικά σχέδια που θα επεκτείνονται και σε τοπικό επίπεδο όπου θα καθορίζονται οι πολιτικές χρήσεις γης και τα αναπτυξιακά μοντέλα της περιοχής, χωροταξικά στη διαμόρφωση των οποίων θα έχουν ουσιαστική συμμετοχή και οι τοπικές κοινωνίες.
· Αντιμετώπιση με απτά παραδείγματα και καλές πρακτικές άλλων περιοχών ή χωρών του προβληματισμού εάν και κατά πόσο περιβάλλον και ανάπτυξη εξορυκτικών έργων είναι παράγοντες συμβατοί.