Home Νέα Τύπος Black out στον ορίζοντα
Black out στον ορίζοντα

Black out στον ορίζοντα

0
0

Μνήμες από τα πάλαι ποτέ συχνά και οδυνηρά μπλακ άουτ στην ηλεκτροδότηση ξυπνά το έλλειμμα στην επάρκεια ρεύματος, που θα επανεμφανιστεί σε δύο χρόνια και πιο έντονα από το 2020.


Του Χρίστου Κολώνα
Εθνος της Κυριακής, 13/04/2014


power_gridΔύο μελέτες που παρουσιάζει το «Εθνος της Κυριακής», η μία του Ευρωπαίου Διαχειριστή Ενέργειας (ENTSO – E) καθώς και του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) χτυπούν «συναγερμό», ως προς την επάρκεια ισχύος.


Σύμφωνα με τα συμπεράσματα το 2016 η χώρα θα χρειαστεί εισαγωγές ρεύματος ή περικοπές φορτίων ακόμη και 340 Μεγαβάτ, ενώ το 2020 διογκώνονται οι ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια καθώς αυτές θα είναι της τάξης του 1 με 2 Γιγαβάτ.


Για να γίνει αντιληπτό το ζήτημα αρκεί να περιγράψουμε τα δεδομένα της εγκατεστημένης και της διαθέσιμης ισχύος ρεύματος, σύμφωνα και με τα στοιχεία της έκθεσης του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας για την περίοδο 2013-2020.


Η εγκατεστημένη ισχύς στη χώρα μας είναι σήμερα στα περίπου 17,5 Γιγαβάτ. Πρόκειται για θερμικές μονάδες παραγωγής ρεύματος (λιγνίτης, ντίζελ, φυσικό αέριο της ΔΕΗ και των ιδιωτών) 10,2 Γιγαβάτ, υδροηλεκτρικές μονάδες 3 Γιγαβάτ, ΑΠΕ και ΣΥΘΗΑ 4,3 Γιγαβάτ.
Η εγκατεστημένη ισχύς δεν σημαίνει ότι είναι στο σύνολό της και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμη. Αν αφαιρεθούν μονάδες που βρίσκονται σε συντήρηση, ή σε βλάβη, υδροηλεκτρικές (λόγω εξοικονόμησης υδάτων) και ΑΠΕ, τότε η διαθέσιμη ισχύς είναι γύρω στα 10 με 11 Γιγαβάτ. Από αυτές τις μονάδες οι πιο ευέλικτες και αποδοτικές είναι του φυσικού αερίου.


Οι υδροηλεκτρικές είναι μεν ευέλικτες, λόγω όμως της περιορισμένης ποσότητας νερού χρησιμοποιούνται κυρίως για την κάλυψη των αιχμών της ζήτησης. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια και κυρίως την τελευταία τετραετία προστέθηκαν με επενδύσεις ύψους 1,5 δισ. ευρώ έξι μονάδες των ιδιωτών παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας συνολικής ισχύος 2,5 Γιγαβάτ.


Η μέγιστη ζήτηση ηλεκτρισμού στη χώρα μας, σύμφωνα και με τις προβλέψεις του ΑΔΜΗΕ είναι ετησίως στα 10 Γιγαβάτ. Συνεπώς η επάρκεια ισχύος είναι γύρω στο 1 Γιγαβάτ. Αν δεν υπήρχαν οι μονάδες φυσικού αερίου (της ΔΕΗ και των ιδιωτών), η χώρα θα είχε από σήμερα πρόβλημα επάρκειας ισχύος περίπου 3 Γιγαβάτ. Το 2020 το έλλειμμα θα εκτινασσόταν στα 5 Γιγαβάτ εάν έλειπαν οι μονάδες φυσικού αερίου.


Με πιο απλά λόγια για να καλυφθούν οι ανάγκες της ζήτησης και στις δυσκολότερες στιγμές θα έπρεπε να βασιστούμε σε εισαγωγές ρεύματος (η δυνατότητα για τις οποίες όμως είναι ακόμα περιορισμένη λόγω των περιορισμένων ηλεκτρικών διασυνδέσεων της Ελλάδας και αβέβαιη πολλές φορές λόγω των περικοπών στη μεταφορική ικανότητα των διασυνδέσεων που κάνουν οι Διαχειριστές Συστήματος των γειτονικών κρατών) είτε σε ελεγχόμενες διακοπές ηλεκτροδότησης.


Η αναγκαιότητα των μονάδων φυσικού αερίου, και ιδιαίτερα των πιο σύγχρονων και αποδοτικών από αυτές, είναι φανερή άλλωστε και από τις εκθέσεις του ENTSO-E αλλά και του ΑΔΜΗΕ. Στα αποτελέσματα των σεναρίων που κάνει μιλά για την ανάγκη εισαγωγών ρεύματος από το 2016 και μετά, όπως φυσικά και ο Ευρωπαίος Διαχειριστής. Μάλιστα ο ENTSO- E εντοπίζει το πρόβλημα στην ανυπαρξία επενδύσεων σε θερμικές μονάδες.


Μελέτη ΑΔΜΗΕ
Δεν θα φτάνουν ούτε οι εισαγωγές ρεύματος
Το πρόβλημα επάρκειας ισχύος που αντιμετωπίζει η χώρα προκύπτει και από την Μελέτη Επάρκειας του ΑΔΜΗΕ, και ενώ η αιχμή του Συστήματος αναμένεται τα επόμενα χρόνια να εμφανίζεται κατά τις βραδινές ώρες της θερινής και χειμερινής περιόδου, κατά τις οποίες δεν προβλέπεται συμβολή των φωτοβολταϊκών μονάδων. Τα χρονικά σημεία αναφοράς στη μελέτη είναι: επτά το απόγευμα της τρίτης Τετάρτης του Ιανουαρίου και το καλοκαίρι στις 11 το πρωί και στις επτά το απόγευμα της τρίτης Τετάρτης του Ιουλίου.


Επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ΔΕΗ μέχρι το 2020 θα αποσύρει μονάδες συνολικής ισχύος 1.755 Μεγαβάτ καθώς και ότι το 2016 πιθανόν θα επισπευσθεί και η απόσυρση της «Πτολεμαΐδας 4» (275 Μεγαβάτ). Επιπλέον μετά το 2016 η ΔΕΗ θα εντάξει το καθεστώς περιορισμένης διάρκειας λειτουργίας των μονάδων «Καρδιά 1 – 4» και «Αμύνταιο 1 και 2», όπως βέβαια και το πρόγραμμα ένταξης νέων μονάδων 2.250 Μεγαβάτ.


Για το 2016, προκύπτει ότι η επάρκεια ισχύος, σύμφωνα με το βασικό σενάριο θα είναι ελλειμματική κατά 250 και 340 Μεγαβάτ τις βραδινές ώρες του χειμώνα και του καλοκαιριού με την υψηλότερη ζήτηση να κυμαίνεται γύρω στα 8 με 9,5 Γιγαβάτ. Τις πρωινές ώρες του καλοκαιριού τα πράγματα θα είναι οριακά όταν η ζήτηση θα είναι στα 9,2 με 10,3 Γιγαβάτ. Το 2020 το έλλειμμα ισχύος αγγίζει τα 2 Γιγαβάτ τις βραδινές ώρες του χειμώνα και του καλοκαιριού. Με πιο απλά λόγια ούτε εισαγωγές δεν είναι εφικτές στα προαναφερόμενα επίπεδα με δεδομένη την περιορισμένη δυνατότητα των εισαγωγών από τις υπάρχουσες διασυνδέσεις με τις γειτονικές χώρες.


Οι μονάδες φυσικού αερίου καλύπτουν το 25% της ζήτησης
Καθοριστική σημασία στην επάρκεια και την ασφάλεια εφοδιασμού του συστήματος ηλεκτροδότησης έχουν οι εννιά μονάδες φυσικού αερίου (τέσσερις της ΔΕΗ και πέντε των ανεξάρτητων παραγωγών).


Σύμφωνα με στοιχεία του Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου του 2014 οι εννιά μονάδες παραγωγής ρεύματος από φυσικό αέριο κάλυψαν το ένα τέταρτο της ζήτησης. Μάλιστα οι μονάδες φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου παρουσίασαν πλέον αυξημένη ευελιξία με μεγάλο αριθμό εναύσεων/σβέσεων (περί τις 20 εναύσεις ανά μονάδα στο δίμηνο) και αξιόπιστη κάλυψη των διακυμάνσεων ζήτησης και παραγωγής ΑΠΕ.


Το σύνολο των μονάδων φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου παρήγαγε σε τακτική βάση, αποδεικνύοντας την αναγκαιότητα διατήρησής τους σε διαθεσιμότητα για την οικονομική κάλυψη των αναγκών του Συστήματος. Οι μονάδες φυσικού αερίου κάλυψαν σημαντικό τμήμα της ζήτησης (23%). Πιο συγκεκριμένα:


Από το σύνολο των 9 ανταγωνιστικών μονάδων φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, καθημερινά κλήθηκαν να λειτουργήσουν κατά μέσο όρο 5-6 μονάδες.


Και οι 6 μονάδες
Σε σύνολο 59 ημερών και παρ’ όλη την ηπιότητα των κλιματολογικών συνθηκών, παρουσιάστηκαν 10 ημέρες (17%) κατά τις οποίες λειτουργούσαν ταυτόχρονα και οι 6 μονάδες ΦΑ των ανεξάρτητων παραγωγών, προκειμένου να καλυφθεί η ζήτηση. Επίσης το 9% των ημερών (5 ημέρες) για την κάλυψη της ζήτησης απαιτήθηκε να λειτουργήσουν ταυτόχρονα οι 9 από τις 10 διαθέσιμες μονάδες φυσικού αερίου.