ΔΕΗ: αύξηση του κόστους παραγωγής λόγω ρύπων
Νέες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για αύξηση του κόστους παραγωγής της ΔΕΗ κατά 280 εκατ. €, λόγω της υποχρέωσης αγοράς πιστοποιητικών εκπομπής αερίων ρύπων του θερμοκηπίου. Την ίδια στιγμή, η προμήθεια των πιστοποιητικών διοξειδίου του άνθρακα αποτελεί μείζον πρόβλημα που απειλεί το μέλλον της λιγνιτικής παραγωγής, αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητα της ΔΕΗ, σημείωσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της επιχείρησης, Εμ. Παναγιωτάκης, σε ομιλία του σε εκδήλωση συνδικαλιστικών στελεχών στο λιγνιτικό κέντρο δυτικής Μακεδονίας, στην Πτολεμαΐδα.
Αν και έχει πλέον καταστεί, βάσει του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ, υποχρεωτική η αγορά δικαιωμάτων εκπομπής για το σύνολο των εκπεμπόμενων ρύπων από τους ηλεκτροπαραγωγούς, ο κ. Παναγιωτάκης ανέφερε ότι η ΔΕΗ θα επιδιώξει τη χορήγηση δωρεάν πιστοποιητικών διοξειδίου του άνθρακα από την ΕΕ, επικαλούμενος το δυσβάσταχτο για τη χώρα κόστος, αλλά και τη σημαντική επιβάρυνση για την εταιρεία και τον καταναλωτή ηλεκτρικού ρεύματος.
Σύμφωνα με στοιχεία που έφερε στο φως ο κ. Παναγιωτάκης, η ΔΕΗ αυτή τη στιγμή προμηθεύεται πιστοποιητικά με κόστος 7 ευρώ τον τόνο ενώ τώρα έχουν φτάσει στα 8 ευρώ/τόνο και εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να αυξάνονται, στο πλαίσιο της πολιτικής της ΕΕ. Εάν οι τιμές φτάσουν στα 12€, 15€ ή ακόμα και 20€ τον τόνο, αυτό θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ίδια την βιωσιμότητα της ΔΕΗ, ανέφερε.
Παράλληλα, ο κ. Παναγιωτάκης υποστήριξε σθεναρά την εγχώρια λιγνιτική παραγωγή, ενώ τόνισε ότι η απόφαση για τη δεύτερη λιγνιτική μονάδα της Φλώρινας θα ληφθεί ανάλογα με τις εξελίξεις σε σχέση με τη λειτουργία των ορυχείων, αλλά και με το εάν θα επιτύχει η χώρα μας την προμήθεια δωρεάν πιστοποιητικών εκπομπής.
Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, ο κ. Παναγιωτάκης έφερε ως παράδειγμα αυτό της Πολωνίας, η οποία ζήτησε και πέτυχε την απαλλαγή από την υποχρέωση για αγορά πιστοποιητικών και την χορήγηση δωρεάν πιστοποιητικών. Σύμφωνα με την απόφαση της ΕΕ χορηγούνται δωρεάν πιστοποιητικά σε χώρες με εξάρτηση από στερεά καύσιμα , των οποίων το ΑΕΠ είναι κάτω του 60% του κοινοτικού μέσου όρου, όπως υπενθύμισε ο κ. Παναγιωτάκης.