Home Ηλεκτρισμός Η “τρύπα” στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας φρενάρει την απελευθέρωση σε Κρήτη και Ρόδο

Η “τρύπα” στις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας φρενάρει την απελευθέρωση σε Κρήτη και Ρόδο

0
0

rhodesΗ διαφορά μεταξύ των δαπανών για Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), και των αντίστοιχων ποσών που έχουν εισπραχθεί μέσω των λογαριασμών ρεύματος , αποθαρρύνει τους εναλλακτικούς παρόχους από το να δραστηριοποιηθούν στην Κρήτη και τη Ρόδο, τα δύο μη διασυνδεδεμένα νησιά στα οποία από την 1η Σεπτεμβρίου έχει ανοίξει επισήμως η αγορά ενέργειας για ανεξάρτητους προμηθευτές.

Με τις Υπηρεσίες Κοινή Ωφέλειας αντισταθμίζεται το αυξημένο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, όπου χρησιμοποιούνται κυρίως ακριβές μονάδες πετρελαίου και ντίζελ. Έτσι, χάρις σε αυτό το ειδικό τέλος, οι κάτοικοι των νησιών χρεώνονται με τις ίδιες τιμές που ισχύουν για την ηπειρωτική χώρα και το διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό δίκτυο, και όχι με βάση την πραγματική αξία των κιλοβατώρων που καταναλώνουν.

Έτσι, κανονικά οι ΥΚΩ θα επέτρεπαν στους ιδιωτικούς προμηθευτές να προσφέρουν και στα δύο νησιά ανάλογα τιμολόγια με αυτά που ισχύουν και για τις ηπειρωτικές περιοχές. Ωστόσο, η “τρύπα” που υπάρχει στον σχετικό λογαριασμό, και η οποία ανέρχεται γύρω στα 400 εκατ. ευρώ για τις χρονιές 2012, 2013 και 2014, κάνει τουλάχιστον διστακτικούς τους εναλλακτικούς παρόχους.

Η “τρύπα” έχει προέλθει από το γεγονός ότι το αντίστοιχο τέλος δεν έχει ανατιμηθεί τα τελευταία έτη, για να μην “φουσκώσουν” οι λογαριασμοί της ΔΕΗ, παρά το γεγονός ότι αυξήθηκαν οι δαπάνες για ΥΚΩ. Ενδεικτικά, με βάση τη ΡΑΕ, το έτος 2012 και 2013 έφτασαν τα 842 εκατ. ευρώ και 850 εκατ. ευρώ αντίστοιχα, έναντι 670 εκατ. ευρώ το 2011.

Υποτίθεται πως ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν το έλλειμμα άγγιζε περίπου τα 340 εκατ. ευρώ, θα υποβαλλόταν από την τότε κυβέρνηση νομοθετική ρύθμιση, για να επιμερίσει στις διάφορες κατηγορίες καταναλωτών το πρόσθετο αυτό κόστος, μέσω της αύξησης του σχετικού τέλους στους λογαριασμούς. Κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ωστόσο, με συνέπεια το ποσό αυτό να έχει πλέον φτάσει στα 400 εκατομμύρια.