Home Ηλεκτρισμός Οικολόγοι-Πράσινοι: Σημαντική υστέρηση ως προς τους εθνικούς στόχους για τις ΑΠΕ

Οικολόγοι-Πράσινοι: Σημαντική υστέρηση ως προς τους εθνικούς στόχους για τις ΑΠΕ

0
0

ΑΠΕ3Του Κώστα Δεληγιάννη

 

Η χώρα μας υστερεί σημαντικά, σε σχέση με τους στόχους που προβλέπει η εθνική νομοθεσία για το ποσοστό διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα μέχρι το 2020. Αυτό ανέφεραν χθες μέλη των Οικολόγων Πράσινων, σε Συνέντευξη Τύπου με θέμα τα αποτελέσματα της πρόσφατης Παγκόσμιας Διάσκεψης για το κλίμα στο Παρίσι, αλλά και τις δυνατότητες εφαρμογής στην Ελλάδα όσων αποφασίσθηκαν στη γαλλική πρωτεύουσα.

Όπως χαρακτηριστικά τόνισε η Ζωή Βροντίση, συντονίστρια της Θεματικής Ομάδας Ενέργειας των Οικολόγων Πράσινων και Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Περιβάλλοντος & Αειφόρου Ανάπτυξης, η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στις μεταφορές δεν ξεπερνούσε το 1,3% το 2013 στην Ελλάδα, τη στιγμή που ο εθνικός στόχος για το 2020 είναι να αγγίξει το 10%.

Μέχρι το 2013 επίσης, το ποσοστό της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ είχε φθάσει το 21%, ενώ σε μια επταετία θα πρέπει να αυξηθεί στο 40%. Στον μόνο τομέα που η χώρα μας φαίνεται να έχει πετύχει τον εθνικό στόχο είναι στη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών στη θέρμανση και την ψύξη, όπου ήδη το 2013 κυμαινόταν στο 26%, έναντι του εθνικού στόχου για 20% μέχρι το 2020.

Ωστόσο, όπως συμπλήρωσε, αυτή η επίδοση οφείλεται εν πολλοίς στη μαζική στροφή των Ελλήνων στα τζάκια και τις ξυλόσομπες, λόγω της εκτίναξης της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης. Κάτι που έχει εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα του αέρα που αναπνέουν κάθε χειμώνα οι κάτοικοι πολλών ελληνικών πόλεων.

Σύμφωνα με την κ. Βροντίση, εξίσου συγκυριακή είναι και η μείωση των εθνικών εκπομπών, αφού δεν οφείλεται σε πολιτικές πρωτοβουλίες, αλλά προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από την οικονομική κρίση.

Αναφερόμενη στη συγκεκριμενοποίηση των στόχων που απορρέουν από την συμφωνία της Συνδιάσκεψης του Παρισιού, η συντονίστρια της Θεματικής Ομάδας Ενέργειας παρατήρησε ότι οι εθνικές δεσμεύσεις που κατατέθηκαν από τις χώρες που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη, δεν συνάδουν με τον στόχο διατήρησης της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας το πολύ έως 2 βαθμούς σε σχέση με τα προ-βιομηχανικά επίπεδα, μέχρι το 2100.

Αυτό σημαίνει πως όλα τα κράτη που συμφώνησαν, θα πρέπει άμεσα να προχωρήσουν σε αναθεώρηση των στόχων τους ώστε να θέσουν άλλους, πιο συνεπείς με τον παγκόσμιο στόχο και με τον μηδενισμό των παγκόσμιων εκπομπών το 2070 και την εισαγωγή φιλόδοξου στόχου για καθαρή, βιώσιμη ενέργεια και για 100% καθαρής παραγωγής ηλεκτρισμού μέχρι το 2050.

Ο Γιάννης Χαραλαμπάκης, μέλος της εκτελεστικής Γραμματείας των ΟΠ, καταρχήν χαιρέτησε εκ μέρους των Οικολόγων Πράσινων την επίτευξη συμφωνίας στο Παρίσι, κυρίως επειδή τροχοδρομήθηκε επιτέλους μια οικολογική άποψη για την ανάπτυξη, που δεν θα λειτουργεί εις βάρος του περιβάλλοντος όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα. Υπό το βάρος της ορατής κλιματικής αλλαγής, οι κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι η ανάπτυξη δεν συμβαδίζει με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν παραμένουμε επιφυλακτικοί για το μέλλον της συμφωνίας και της εφαρμογής της.

Η Μαρία Πετεινάκη, συν-εκπρόσωπος Τύπου των ΟΠ, αναφέρθηκε στις δύο αποτυχημένες διασκέψεις για το κλίμα, του Κιότο και της Κοπεγχάγης, τονίζοντας ότι η διάσκεψη του Παρισιού κατάφερε τουλάχιστον να ενώσει όλες τις χώρες και κυρίως συμφωνήθηκε ότι οι δεσμεύσεις τους θα αναθεωρούνται ανά πενταετία, ενώ η πρόοδος των Εθνικών δεσμεύσεων θα παρακολουθείται τακτικά με την χρήση κοινών επιστημονικών εργαλείων.

Στην τοποθέτηση της, η κ. Πετεινάκη σημείωσε ότι μια από τις ελλείψεις του τελικού κειμένου είναι η απουσία συγκεκριμένων στόχων όσον αφορά την χρήση ορυκτών καυσίμων.

Στη συνέντευξη Τύπου παραβρέθηκε και ο Γιώργος Δημαράς, μέλος των ΟΠ και βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ στην Β’ Αθηνών, ο οποίος αναφέρθηκε σε παράγοντες που διογκώνουν την κλιματική αλλαγή και σχετίζονται με δημογραφικούς και οικονομικούς παράγοντες, όπως η εκρηκτική αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού (1 δισ. κάθε 13 χρόνια) που συνεπιφέρει αύξηση της κατανάλωσης, των ρύπων, της άντλησης φυσικών πόρων αλλά και την δημιουργία περιβαλλοντικών προσφύγων προς τον ανεπτυγμένο κόσμο, ακόμα και αν δεν έχουν ακόμα απασχολήσει τη δημοσιότητα όπως οι πρόσφυγες πολέμου.

Έδωσε επίσης έμφαση στην αλόγιστη δράση των πολυεθνικών οι οποίες, μέσω των συνθηκών TTIP, CETA κλπ. που προωθούν οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις, μπορούν να προωθούν προϊόντα για την παραγωγή των οποίων οι πρώτες ύλες αγοράζονται από μία χώρα Α για να κατασκευαστούν σε μία χώρα Β και να επανεξαχθούν στην χώρα Α με τεράστιο περιβαλλοντικό αποτύπωμα για τη μεταφορά τους. Επίσης μετατρέπουν χώρες σε παραγωγούς ειδών που επιφέρουν εξάντληση των φυσικών τους πόρων και επισιτιστική κρίση όταν απομακρύνονται από παραδοσιακές καλλιέργειες.

Τέλος, ο Κώστας Διάκος, αναπλ. μέλος της εκτελεστικής Γραμματείας των ΟΠ και νομικός περιβάλλοντος, σημείωσε ότι αμφισβητείται πλέον η παραδοσιακή έννοια της «προόδου» και η νοοτροπία ότι η παραγωγή και η κατανάλωση αποτελούν την κινητήρια δύναμή της. Είναι αισιόδοξο ότι η εναλλακτική οικονομία κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος εξασφαλίζοντας μη ρυπογόνες παραγωγές, συνδέοντας περισσότερο την παραγωγή με τις ανάγκες και όχι κατ’ ανάγκη με την επίτευξη κέρδους.

Ο κ. Διάκος αναφέρθηκε στα κοινωνικά αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής και συγκεκριμένα στο θέμα των περιβαλλοντικών προσφύγων, σημειώνοντας ότι από νομικής πλευράς οι περιβαλλοντικοί πρόσφυγες θα τείνουν να εξομοιώνονται με τους πολιτικούς πρόσφυγες, δεδομένου ότι η μετανάστευσή τους οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες που τους αναγκάζει να απομακρυνθούν από τους τόπους τους.