Home Ηλεκτρισμός Ευάγγ. Μυτιληναίος: Οι κινεζικές πρακτικές απειλούν την αγορά αλουμινίου
Ευάγγ. Μυτιληναίος: Οι κινεζικές πρακτικές απειλούν την αγορά αλουμινίου

Ευάγγ. Μυτιληναίος: Οι κινεζικές πρακτικές απειλούν την αγορά αλουμινίου

0
0
evaggelos-mytilinaiosΜετά την κρίση στην ευρωπαϊκή αγορά χάλυβα υπάρχει κίνδυνος αυτή να επεκταθεί στην αγορά του αλουμινίου. Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραχωρήσει καθεστώς οικονομίας της αγοράς (ΚΟΑ) στην Κίνα οι συνέπειες για τον τομέα του αλουμινίου της ΕΕ θα είναι τεράστιες, όπως προειδοποιούν οι εκπρόσωποι της βιομηχανίας.

Όπως επισημαίνει το Euractiv.gr τον Ιούλιο η Επιτροπή δήλωσε ότι θα επικεντρωθεί σε νέα μέτρα για την αντιμετώπιση του κινέζικου ντάμπινγκ και των παράνομων επιδοτήσεων, αλλά δεν θα αποφασίσει αν η οικονομία της Κίνας θα χαρακτηριστεί οικονομία της αγοράς.

Το καθεστώς οικονομίας αγοράς είναι αμφιλεγόμενο, διότι εάν χορηγηθεί, οι εμπορικοί εταίροι θα πρέπει να αντιμετωπίζουν την Κίνα ως μια ισότιμη ελεύθερη αγορά όσον αφορά την επιδιαιτία εμπορικών διαφορών.

Ο Gerd Götz, γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αλουμινίου, δήλωσε πρόσφατα ότι η κρίση του χάλυβα στην ΕΕ έχει στρέψει τη συζήτηση για το καθεστώς της Κίνας και αποσπά την προσοχή των Βρυξελλών από άλλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες, όπως τον τομέα του αλουμινίου, ο οποίος θα μπορούσε να έχει την ίδια τύχη.

“Εάν η ΕΕ χορηγήσει στην Κίνα ΚΟΑ, θα θέσει σε κίνδυνο τις θέσεις εργασίας 80.000 Ευρωπαίων εργαζομένων στον κλάδο του αλουμινίου”, προειδοποίησε, προσθέτοντας ότι το άνοιγμα της πόρτας στην Κίνα  ανεξαρτήτως αντισταθμιστικών μέτρων – θα έθετε σε κίνδυνο το μακροπρόθεσμο μέλλον της βιομηχανίας της ΕΕ”.

Η Κίνα υποστηρίζει ότι όταν εντάχθηκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) το 2001, της είχαν υποσχεθεί αλλαγή του καθεστώτος μέχρι το τέλος του 2016. Όμως, οι 28 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιτίθενται στην κίνηση αυτή καθώς θεωρούν ότι έτσι απαλλάσσεται το Πεκίνο από μια μακρά σειρά διαφορών όπως οι διαμάχες για το χάλυβα και του ηλιακούς συλλέκτες.

Η Επιτροπή ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα (4 Αυγούστου) ότι θα εισαγάγει αναδρομικά δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές προϊόντων χάλυβα από την Κίνα και τη Ρωσία.

“Στον απόηχο της παγκόσμιας κρίσης χάλυβα, η Επιτροπή εφαρμόζει τα μέσα εμπορικής άμυνας για την αποκατάσταση των ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ της ΕΕ και των ξένων παραγωγών”, ανέφερε η Επιτροπή σε ανακοίνωσή της.

Η αγορά του αλουμινίου σε αριθμούς

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία αλουμινίου υποστηρίζει ότι η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας στο πρωτογενές αλουμίνιο είναι πέντε φορές το μέγεθος της συνολικής παραγωγής της ΕΕ.

Η Κίνα αυξάνει την παραγωγή σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, περιλαμβανομένης της ημι-κατασκευής, όπου οι εξαγωγές προς την ΕΕ αυξήθηκαν κατά 21% το 2015 και κατά 17% το 2014.

Το κινεζικό μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου αυξήθηκε από περίπου 10% σε πάνω από 50% σε μόλις μια δεκαετία.

Η κινεζική κυβέρνηση επιχορηγεί συστηματικά στρατηγικούς τομείς, όπως αυτόν του χάλυβα, αλλά και του αλουμινίου, των ηλιακών συλλεκτών, και των ποδηλάτων, πρόσθεσε ο Götz.

“Τα κρατικά υποστηριζόμενα χυτήρια αλουμινίου επιτρέπουν στους Κινέζους παραγωγούς να πωλούν σε τεχνητά χαμηλές τιμές, σε βάρος των εταιρειών της ΕΕ οι οποίες ανταγωνίζονται με δίκαιο τρόπο και ακολουθούν τους κανόνες της ΕΕ. Η ΕΕ πρέπει, συνεπώς, να μην προχωρήσει στη χορήγηση του ΚΟΑ μέχρι η Κίνα να γίνει πραγματικά μια οικονομία αγοράς”.

“Εκτός πραγματικότητας”

Σύμφωνα με το “Εuractiv.gr” o Ευάγγελος Μυτιληναίος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Μυτιληναίος Α.Ε., συμφώνησε με τον Götz. Ο Ευάγγ.

Μυτιληναίος δήλωσε ότι όπως συνέβη και με το χάλυβα, το αλουμίνιο καταστρέφεται σε παγκόσμιο επίπεδο από τις κινεζικές πρακτικές.

“Δεν υπάρχει απολύτως καμία αμφιβολία ότι η κινεζική αγορά αλουμινίου είναι εκτός πραγματικότητας […] δεν έχει καμία σχέση με τον πραγματικό κόσμο, δεν έχει καμία σχέση με το πραγματικό κόστος παραγωγής υλικού, καμία σχέση με τις τιμές πώλησης, καμία σχέση με τις αγορές”, σημείωσε.

Ο κ. Μυτιληναίος δήλωσε ότι το αλουμίνιο είχε σταθερά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια και αναμένεται να παραμείνει σε υψηλή ζήτηση για τα επόμενα δέκα χρόνια.