Home Ενεργειακές επισημάνσεις Έτοιμη ακόμη και το 2020-22 μια νέα μονάδα από τη ΔΕΗ και την κινεζική CMEC
Έτοιμη ακόμη και το 2020-22 μια νέα μονάδα από τη ΔΕΗ και την κινεζική CMEC

Έτοιμη ακόμη και το 2020-22 μια νέα μονάδα από τη ΔΕΗ και την κινεζική CMEC

0
0

ptolemaida vΑν «περπατήσει» η σύμπραξη της ΔΕΗ με την κινεζική CMEC για την κατασκευή της «Μελίτης ΙΙ», δηλαδή ενός καινούριου λιγνιτικού σταθμού στη Φλώρινα, τότε η μονάδα θα μπορούσε να ξεκινήσει να λειτουργεί σε μόλις 4,5-6 χρόνια από σήμερα, δηλαδή το 2020-22. Αυτό δηλώνουν στο Energyin παράγοντες της αγοράς, κάνοντας μία πρώτη αποτίμηση του Μνημόνιου Συνεργασίας (MοU) για τη «Μελίτη ΙΙ», ανάμεσα στη Δημόσια Επιχείρηση και τον κινεζικό κολοσσό.

Σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, στην περίπτωση που ευοδωθεί η συνεργασία, τότε θα μπορούσε να δώσει λύση σε πολλά από τα προβλήματα τα οποία έχει να αντιμετωπίσει η ΔΕΗ τα αμέσως επόμενα χρόνια. Βέβαια, όπως υπενθυμίζουν, ανάλογα μνημόνια συνεργασίας έχει υπογράψει η ΔΕΗ και στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα με τη γερμανική RWE, τα οποία έμειναν στα χαρτιά.

Επίσης, όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος της Δημόσιας Επιχείρησης Εμμανουήλ Παναγιωτάκης τον Ιούνιο, για το ίδιο σχέδιο είχαν γίνει μερικούς μήνες νωρίτερα προκαταρκτικές συζητήσεις με την Edison από την Ιταλία, οι οποίες όμως δεν έφεραν καρπούς, λόγω των επιφυλάξεων που εξέφρασε η ιταλική θυγατρική της EDF να επενδύσει σε λιγνιτικά εργοστάσια.

«Αυτό που αλλάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι πως μία κινεζική εταιρεία δεν προχωρά σε επενδύσεις αποκλειστικά με χρηματοοικονομικά κριτήρια, αφού λαμβάνει υπόψη της και γεωστρατηγικούς παράγοντες. Επομένως, το αν τελικά θα πάρει “σάρκα και οστά” η συνεργασία θα εξαρτηθεί και από το κατά πόσο η Κίνα επιδιώκει κάποιον ρόλο στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Αναπάντητα ερωτηματικά

Με βάση όσα ανακοίνωσε χθες η ΔΕΗ, για την κατασκευή της 2ης υπερσύγχρονης λιγνιτικής μονάδας στον ΑΗΣ Μελίτη (Φλώρινα), προβλέπεται να συσταθεί μία ανεξάρτητη εταιρεία στην οποία θα μετέχουν η Δημόσια Επιχείρηση, η CMEC, και οι ιδιώτες-ιδιοκτήτες των λιγνιτωρυχείων από τα οποία θα τροφοδοτείται ο σταθμός.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, το κόστος του έργου αναμένεται να αγγίξει το 1 δισ. ευρώ – το οποίο, παρόλο που δεν γίνεται ρητή αναφορά στο ζήτημα, αναμένεται να καλυφθεί από τη CMEC. Η ανακοίνωση αφήνει αρκετά ερωτηματικά αναπάντητα, όπως για παράδειγμα το ποσοστό του μετοχικού «πακέτου» της νέας εταιρείας που θα είχε το Δημόσιο ή αν έχουν γίνει συμφωνίες με τους ιδιώτες κατόχους των ορυχείων που θα τροφοδοτούν τον σταθμό. Ωστόσο, πολλές λεπτομέρειες αναμένεται να έρθουν στο φως της δημοσιότητας μέχρι τις 12 -16 Σεπτεμβρίου, όταν θα υπογραφεί το MoU.

Αναβάθμιση παραγωγής

Τι θα σήμαινε όμως η υλοποίηση της κοινοπραξίας; «Κατ’ αρχάς ότι η ΔΕΗ θα καταφέρει να διατηρήσει τη συμμετοχή του λιγνίτη στο ενεργειακό μίγμα κατά 30-40%. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για μια εταιρεία όπως η ΔΕΗ, η οποία είναι προσανατολισμένη στην παραγωγή ρεύματος από λιγνίτη, αφού σε αντίθετη περίπτωση ένα μέρος του προσωπικού της αλλά και σημαντικά περιουσιακά της στοιχεία (ορυχεία) θα ήταν άχρηστα», σημειώνουν οι ίδιες πηγές.

Με βάση όσα ισχύουν σήμερα, το 30-40% συμμετοχής του λιγνίτη είναι σχεδόν απίθανο να διατηρηθεί από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, όταν η ΔΕΗ θα χρειασθεί να αποσύρει τις παλιότερες και πιο ρυπογόνες θερμοηλεκτρικές μονάδες της. «Αν όμως κατασκευασθεί η “Μελίτη ΙΙ”, η οποία θα είναι βέβαια πολύ πιο σύγχρονη και επομένως θα έχει εξαιρετικά μικρότερες εκπομπές, τότε θα μπορέσει να πάρει τη θέση των απαρχαιωμένων σταθμών. Επομένως, ακόμη και στο χειρότερο σενάριο, δηλαδή στην περίπτωση που στο μεταξύ δεν αυξηθεί η εγχώρια κατανάλωση ρεύματος και η τιμή του πετρελαίου παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα, η ΔΕΗ θα καταφέρει να αναβαθμίσει τη λιγνιτική της παραγωγή».

Την ίδια στιγμή, μία ελληνοκινεζική κοινοπραξία θα έδινε πλέον το επιχείρημα στη ΔΕΗ πως δεν έχει μονοπωλιακή πρόσβαση στον λιγνίτη, γεγονός για το οποίο εγκαλείται από τις ευρωπαϊκές αρχές. «Το κρίσιμο ερώτημα είναι οι επιδιώξεις της κινεζικής πλευράς στον ενεργειακό τομέα της Ευρώπης. Από αυτές θα εξαρτηθεί αν το εγχείρημα απλώς θα “ξεφουσκώσει” στην πορεία ή αν όντως θα αλλάξει τα δεδομένα για τη ΔΕΗ στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται στην αγορά ρεύματος».

Του Κώστα Δεληγιάννη