Home Ενεργειακές επισημάνσεις Οι λιγνιτικές μονάδες έχουν «βάλει μέσα» τη ΔΕΗ €683 εκατ. τα τελευταία 3 χρόνια
Οι λιγνιτικές μονάδες έχουν «βάλει μέσα» τη ΔΕΗ €683 εκατ. τα τελευταία 3 χρόνια

Οι λιγνιτικές μονάδες έχουν «βάλει μέσα» τη ΔΕΗ €683 εκατ. τα τελευταία 3 χρόνια

0
0

Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει η μη κυβερνητική και κερδοσκοπική οργάνωση Green Tank, καθώς,  σύμφωνα με την έκθεση που εκπόνησε με τίτλο «Τα οικονομικά των ελληνικών λιγνιτικών μονάδων: Τέλος εποχής», εάν συνεχίσουν να λειτουργούν όλες οι λιγνιτικές μονάδες, μέσα στα επόμενα 3,5 χρόνια η λιγνιτική βιομηχανία θα συσσωρεύσει ζημιές της τάξης των €1,3 δις. 

Της Φαίδρας Μαυρογιώργη (faidra@energyin.gr)

Τα στελέχη της ΜΚΟ, The Green Tank, σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησαν, σήμερα, δημοσίευσαν τα αποτελέσματα της έκθεσης με τίτλο «Τα οικονομικά των ελληνικών λιγνιτικών μονάδων: Τέλος εποχής». Στην έκθεση εξετάζονται 4 σενάρια και γίνονται προβλέψεις για την εξέλιξη των οικονομικών μεγεθών τα επόμενα 3,5 χρόνια.

Η έκθεση δείχνει ότι από τον Ιανουάριο 2016 έως τον Ιούνιο 2019, η ΔΕΗ έχει συσσωρεύσει καθαρές ζημιές €683 εκατ. από τη λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων και επισημαίνει πως εάν ο σημερινός λιγνιτικός στόλος παραμείνει ως έχει, τότε τα επόμενα 3,5 χρόνια η λιγνιτική βιομηχανία θα συσσωρεύσει ζημιές της τάξης των €1,3 δις.

Αναλυτικά τα 4 σενάρια της έκθεσης είναι τα εξής:

Σενάριο 1 (BaU): Αυτό το σενάριο μπορεί να θεωρηθεί ως Business As Usual (BaU) καθώς η συνολική καθαρή ισχύς παραμένει η ίδια (3.904 MW), ενώ η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για όλη την περίοδο θεωρείται ότι θα ακολουθήσει τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου του 2019, δηλαδή ότι θα εμφανίζει μία μείωση κατά 16,1% σε σχέση με το επίπεδο παραγωγής του 2018.

Σενάριο 2 (“–Καρδιά/Αμύνταιο”): Παρόμοιο με το σενάριο 1 όμως με μειωμένη τη λιγνιτική ισχύ λόγω της απόσυρσης των ΑΗΣ Καρδιάς και Αμυνταίου. Αυτή η επιλογή επιβάλλεται από το γεγονός ότι και οι δύο σταθμοί έχουν υπερβεί τις 17.500 ώρες λειτουργίας με βάση το άρθρο 33(1) της Οδηγίας Βιομηχανικών Εκπομπών (2010/75/EE). Πράγματι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αποστείλει στην Ελλάδα προειδοποιητική επιστολή σχετικά με τις δύο υπουργικές αποφάσεις (μία για κάθε σταθμό) που εξέδωσε η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση, με τις οποίες ερμηνεύει μονομερώς την Οδηγία Βιομηχανικών Εκπομπών ώστε να παρατείνει τη διάρκεια ζωής του ΑΗΣ Αμυνταίου, ΑΗΣ Καρδιάς ΙΙΙ και ΑΗΣ Καρδιάς IV στις 32.000 ώρες. Συνεπώς, η απόσυρση των δύο αυτών σταθμών αποτελεί κυρίαρχα θέμα σεβασμού και συμμόρφωσης με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία. Επιπλέον, και οι δύο αυτοί σταθμοί βρίσκονται ανάμεσα στους πλέον ρυπογόνους στην ΕΕ. Ειδικότερα, ο ΑΗΣ Αμυνταίου εκπέμπει 8,1 και 4,2 φορές περισσότερο από τα ευρωπαϊκά όρια εκπομπών για SO2 και PM, αντίστοιχα, ενώ Καρδιά Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, και IV εκπέμπουν αντίστοιχα κατά μέσο όρο 15,7, 17,3, 4,1 και 3,5 φορές πάνω από τα όρια εκπομπών σωματιδίων. Συνεπώς, η απόσυρση αυτών των
σταθμών θα βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα του αέρα για τους πολίτες της Ελλάδας και των γειτονικών χωρών. Από οικονομικής πλευράς, η απόσυρση της Καρδιάς και του Αμυνταίου, θα μειώσει πολύ τα σταθερά κόστη, και ως εκ τούτου, θα βελτιώσει συνολικά την οικονομική κατάσταση της λιγνιτικής βιομηχανίας.

Σε αυτό το σενάριο, γίνεται η υπόθεση ότι η συνολική ηλεκτρική παραγωγή από τους υπόλοιπους λιγνιτικούς σταθμούς παραμένει ίδια με το σενάριο 1. Η ηλεκτρική ενέργεια που θα χαθεί από την απόσυρση της Καρδιάς και του Αμυνταίου θα καλυφθεί από τις υπόλοιπες λιγνιτικές μονάδες στη Δυτική Μακεδονία, οι οποίες έχουν επαρκή ισχύ για να ανταποκριθούν σε αυτή την αποστολή. Ειδικότερα, καθώς υποθέτουμε μία μείωση της παραγόμενης ηλεκτρικής παραγωγής κατά 16,1% το 2019 σε σχέση με το 2018 για κάθε μονάδα (δλδ. 12,5TWh συνολικά), εκτιμούμε ότι οι μονάδες της Καρδιάς και του Αμυνταίου θα προσφέρουν 4TWh μέσα στο 2019. Αυτή η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να καλυφθεί από τις μονάδες Αγ. Δημητρίου και Μελίτης, γεγονός που θα οδηγήσει σε αύξηση του συντελεστή χρήσης τους από 39,2% το 2019 σε 65,2% τα επόμενα χρόνια.

Σενάριο 3 (“–Αγ. Δημήτριος I-II”): Το ίδιο με το σενάριο 2 αλλά με περαιτέρω μείωση της συνολικής ισχύος λόγω της απόσυρσης των μονάδων Αγ. Δημήτριος Ι-ΙΙ. Και οι δύο αυτές μονάδες είναι παλαιές (35 ετών σήμερα) και έχουν τις υψηλότερες εκπομπές NOx στην Ελλάδα
18 υπερβαίνοντας περισσότερο από δύο φορές τα σχετικά ευρωπαϊκά όρια. Επιπλέον, δεν είναι συνδεδεμένες με το σύστημα τηλεθέρμανσης της πόλης της Κοζάνης. Ως εκ τούτου, η απόσυρση τους θα παρέχει σημαντική μείωση του σταθερού κόστους, χωρίς κάποια σημαντική μείωση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τις υπόλοιπες τρεις μονάδες του Αγ. Δημητρίου και της Μελίτης Ι, και χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα με το σύστημα τηλεθέρμανσης της Κοζάνης. Επίσης, όλοι οι λιγνιτικοί σταθμοί θα πρέπει μέχρι το αργότερο τον Αύγουστο του 2021 να συμμορφωθούν με τα νέα όρια των Βέλτιστων Διαθέσιμων Τεχνικών (ΒΔΤ). Καθώς η καμινάδα του Αγ. Δημητρίου Ι – ΙΙ εκπέμπει κατά μέσο όρο πολύ περισσότερο από τα όρια και για τους τρείς ρύπους (2 φορές παραπάνω από το όριο για NOx, 2,3 φορές παραπάνω από το όριο SO2 και 2,6 φορές παραπάνω από το όριο των σωματιδίων), θα απαιτηθούν σημαντικές αναβαθμίσεις των μονάδων για να διασφαλιστεί συμμόρφωση με τις νέες ΒΔΤ. Συνεπώς, η παύση της λειτουργίας αυτών των μονάδων θα βοηθήσει τη ΔΕΗ να αποφύγει το κόστος για την εγκατάσταση των σχετικών αντιρρυπαντικών τεχνολογιών που θα επιτύχουν την επιβαλλόμενη μείωση των εκπομπών.

Οι εναπομείνασες μονάδες Αγ. Δημήτριου ΙΙΙ, ΙV, V και Μελίτης Ι δεν μπορούν να καλύψουν την ηλεκτρική ενέργεια που παράγουν ο ΑΗΣ Καρδιάς, Αμυνταίου και Αγ. Δημήτριος Ι-ΙΙ το 2019. Συνεπώς, σε αυτό το σενάριο, γίνεται η παραδοχή της μείωσης της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη τα επόμενα χρόνια. Ειδικότερα, εάν υποθέσουμε ότι οι υπόλοιπες τέσσερις μονάδες της Δυτ. Μακεδονίας θα λειτουργούν με έναν συνδυαστικό συντελεστή χρήσης 75% και οι δύο μονάδες στη Μεγαλόπολη θα λειτουργούν όπως το 2019, τότε η συνολική παραγόμενη ενέργεια από λιγνιτικές μονάδες θα μειωθεί σε 10,4TWh για την περίοδο 2020-2022.

Σενάριο 4 (“–Μεγαλόπολη IV”): Το ίδιο με το σενάριο 3, αλλά με περαιτέρω μείωση στη συνολική ισχύ λόγω της απόσυρσης της Μεγαλόπολης IV. Αυτή η μονάδα έχει τη μεγαλύτερη ένταση άνθρακα και συνεπώς, είναι η πλέον ευάλωτη ανάμεσα στις λιγνιτικές μονάδες στις αυξήσεις των τιμών άνθρακα. Όπως παρουσιάστηκε και στην προηγούμενη ενότητα, εκτιμήθηκε ότι η μονάδα εμφάνισε αρνητικά μικτά κέρδη για το πρώτο εξάμηνο του 2019, μία κατάσταση που θα χειροτερεύσει με την αναμενόμενη αύξηση των τιμών CO2. Η άλλη λιγνιτική μονάδα στην Πελοπόννησο (Μεγαλόπολη ΙΙΙ), η οποία αναμένεται να λειτουργεί το 2019 με συντελεστή χρήσης 54,5% δεν μπορεί να καλύψει το σύνολο της ηλεκτρικής ενέργειας που εκτιμάται ότι θα συνεισφέρει η Μεγαλόπολη IV το 2019 (1,311 TWh). Συνεπώς, υποθέτοντας ότι χωρίς τη Μεγαλόπολη IV, η Μεγαλόπολη III θα έχει συντελεστή χρήσης 75%, η συνολική ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη σε αυτό το σενάριο θα μειωθεί σε 9,5 TWh το 2020 και το 2021.

Δυστυχώς κάνενα από τα παραπάνω σενάρια δεν μπορεί να οδηγήσει την ελληνική λιγνιτική βιομηχανία σε καθαρά κέρδη τα επόμενα 3,5 χρόνια, ακόμα και αν οι τιμές άνθρακα είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις προβλέψεις των αναλυτών.

Η ΜΚΟ προτείνει την άμεση αποσύρση των ΑΗΣ Καρδιάς και ΑΗΣ Αμυνταίου, καθώς αυτές θα βελτιώσουν σημαντικά τα οικονομικά της ΔΕΗ και θα μειώσουν τις καθαρές ζημιές της λιγνιτικής βιομηχανίας κατά περισσότερο από €600 εκ. τα επόμενα 3,5 χρόνια. Μία τέτοια απόφαση δεν θα απαιτήσει καμία μείωση στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη, καθώς η ηλεκτρική ενέργεια που παράγουν οι δύο αυτοί σταθμοί μπορεί να αναπληρωθεί από τις υπόλοιπες λιγνιτικές μονάδες της Δυτ. Μακεδονίας. Συνεπώς, η απόσυρση των δύο αυτών σταθμών δεν θα έχει καμία επίδραση στην ασφάλεια εφοδιασμού. Αυτό είναι επίσης συνεπές με τον πιο πρόσφατη, δημόσια διαθέσιμη μελέτη επάρκειας ισχύος του ΑΔΜΗΕ21, η οποία έχει συνεκτιμήσει την απόσυρση των μονάδων Αμυνταίου Ι-ΙΙ και Καρδιάς III-ΙV ως το τέλος του 2019, λόγω της εξάντλησης των 17.500 ωρών λειτουργίας που τους διατέθηκαν μέσα από την Οδηγία Βιομηχανικών Εκπομπών και την απόσυρση των μονάδων Καρδιάς Ι-ΙΙ μέχρι τις αρχές του 2020. Βέβαια αυτό υπό την προϋπόθεση ότι 3 TWh ηλεκτρικής ενέργειας τον χρόνο μπορούν να καλυφθούν από άλλες πηγές, προτείνονται επίσης οι πρόσθετες αποσύρσεις των μονάδων Αγ. Δημητρίου Ι-ΙΙ και Μεγαλόπολης IV, καθώς αυτές θα μειώσουν τις ετήσιες καθαρές ζημιές της ελληνικής λιγνιτικής βιομηχανίας στα €130 εκ., μία βελτίωση 66% σε σύγκριση με το σενάριο στο οποίο δεν πραγματοποιείται καμία απόσυρση (BaU).

«Τα στοιχεία δεν ψεύδονται. Με δεδομένη την εκτόξευση των τιμών διοξειδίου του άνθρακα και το γεγονός ότι οι ελληνικοί λιγνιτικοί σταθμοί έχουν μακράν τη μεγαλύτερη ένταση άνθρακα στην Ευρώπη, επιβάλλεται η Ελλάδα να δεσμευτεί σε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα απόσυρσης όλων των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2030 το αργότερο. Οι προτάσεις που παρουσιάζονται σε αυτή την έκθεση μπορούν να συμβάλλουν στην επιλογή των μονάδων που πρέπει να αποσυρθούν κατά προτεραιότητα», δήλωσε ο Νίκος Μάντζαρης, αναλυτής πολιτικής για την ενέργεια και το κλίμα στη δεξαμενή σκέψης για το περιβάλλον, The Green Tank.

Σύμφωνα με την έκθεση, προϋπόθεση για τον μετασχηματισμό της ΔΕΗ σε μία βιώσιμη και οικονομικά υγιή εταιρεία, αποτελεί η εγκατάλειψη του λιγνιτικού της παρελθόντος με έναν οργανωμένο και καλά σχεδιασμένο τρόπο. Ένα τέτοιο σχέδιο απεξάρτησης από τον λιγνίτη θα ενισχύσει τη δέσμευση των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών για τη Δίκαιη Μετάβαση των τοπικών οικονομιών στις λιγνιτικές περιοχές της χώρας σε βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες, προσφέροντας παράλληλα στην Ελλάδα την ευκαιρία να οικοδομήσει ένα κλιματικά ουδέτερο μέλλον.

«Λάθος επιλογή η επένδυση στη Πτολεμαΐδα V»

Την πιθανότητα μετατροπής της νέας λιγνιτικής μονάδας Πτολεμΐδα V σε μονάδα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, πρέπει να εξετάσει η κυβέρνηση σύμφωνα με τον κ. Μάντζαρη. «Η συγκεκριμένη επένδυση είναι μία λάθος επιλογή. Δεν μπορεί αυτή η μονάδα να γίνει ανταγωνιστική και ήδη έχουν ξοδευτεί 1 δισ. ευρώ. Πρέπει να διερευνηθούν εναλλακτικές λύσεις πλην της λιγνιτικής» σχολίασε ο ίδιος και συνέχισε «όπως η μετατροπή της σε μονάδα αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας μέσω της θερμικής».

Σύμφωνα με τον κ. Μάντζαρη, ήδη η Παγκόσμια Τράπεζα από τις αρχές του χρόνου έχει ξεκινήσει να εξετάζει σενάρια για το πως μπορούν να μετατραπούν οι λιγνιτικές μονάδες της Δυτικής Μακεδονίας σε μονάδες αποθήκευσης ενέργειας.  Η μελέτη της Παγκόμιας Τράπεζας θα ολοκληρωθεί το 2020 και θα αφορά την περιοχή της Σιλεσίας στην Πολωνία και τη Δυτική Μακεδονία.