Ραγδαία αύξηση στο κόστος εξισορρόπησης ενέργειας
Ανεξέλεγκτη αύξηση στο κόστος, με προβλέψεις για πάνω από 1 δισ. ευρώ το 2025. εμφανίζει η αγορά εξισορρόπησης ενέργειας στην Ελλάδα. Η εν λόγω αγορά λειτουργεί ρυθμιστικά στο ηλεκτρικό σύστημα, διορθώνοντας αποκλίσεις μεταξύ προβλεπόμενης και πραγματικής παραγωγής/κατανάλωσης, συχνά λόγω των ΑΠΕ και της αναγκαστικής ένταξης θερμικών μονάδων. Όμως, το μετακυλιόμενο κόστος στους καταναλωτές μέσω λογαριασμών δημιουργεί υπερκέρδη για ορισμένους παραγωγούς λόγω του μηχανισμού “pay-as-bid” χωρίς ανώτατα όρια ή ελέγχους κόστους. Ως εκ τούτου, οι στρεβλώσεις στην ελληνική αγορά εξισορρόπησης ενέργειας επηρεάζουν δυσανάλογα τους καταναλωτές, κυρίως μέσω του υψηλού κόστους και της έλλειψης διαφάνειας.
Αναλυτικότερα, το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης στην Ελλάδα καταγράφει ανεξέλεγκτη αύξηση, με εκτίμηση ότι θα ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ για το 2025. Αυτή η αύξηση είναι δυσανάλογη σε σχέση με ευρωπαϊκά πρότυπα, καθώς η μέση χρέωση εξισορρόπησης στην Ελλάδα το 2024–2025 ανήλθε σε 12,2 €/MWh, έναντι μόλις 3 €/MWh στην Ιταλία.
Το κόστος αυτό, αν και δεν είναι ορατό απευθείας στον λογαριασμό, περνάει στους καταναλωτές μέσω των Λογαριασμών Προσαυξήσεων και κυρίως του ΛΠ3, ο οποίος περιλαμβάνει το κόστος της ανακατανομής, δηλαδή την αποζημίωση μονάδων που μπαίνουν ή βγαίνουν από το σύστημα με εντολή του ΑΔΜΗΕ, καθώς και τις πληρωμές για τη διαθεσιμότητα μονάδων, ακόμα κι αν δεν παράγουν.
Η στρέβλωση μπορεί να δημιουργήσει υπερκέρδη για συγκεκριμένες μονάδες, κυρίως υδροηλεκτρικών και φυσικού αερίου. Η συγκέντρωση της αγοράς είναι εμφανής, καθώς το 2023, από τα συνολικά 738 εκατ. ευρώ πιστώσεων στην αγορά εξισορρόπησης, τα 620 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε έναν και μόνο συμμετέχοντα. Η έλλειψη ανταγωνισμού, σε συνδυασμό με τη χαμηλή διαφάνεια των χρεώσεων, οδηγεί σε υπερβολικές αποζημιώσεις.
Ένας κρίσιμος παράγοντας είναι ότι η Ελλάδα λειτουργεί με μηχανισμό “pay-as-bid”, όπου κάθε μονάδα αμείβεται με βάση την προσφορά της, χωρίς μηχανισμό επαλήθευσης για το αν η τιμή αντανακλά το πραγματικό κόστος. Δεν εφαρμόζεται έλεγχος κόστους ούτε υπάρχουν ανώτατα όρια (“uplift caps”) όπως σε άλλες αγορές, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί να μπορούν να διαμορφώνουν μονομερώς τις τιμές, “φουσκώνοντας” τον ΛΠ3 και επιβαρύνοντας τους καταναλωτές.
Επίσης, η συχνή ένταξη λιγνιτικών μονάδων (π.χ. Αγ. Δημήτριος 3 & 4) για λόγους ασφάλειας του συστήματος (“constraint”), οι οποίες αποζημιώνονται επίσης με “pay-as-bid” χωρίς προϋπολογισμό ή έλεγχο, αυξάνει το κόστος. Η αποζημίωση των μονάδων αυτών είναι πολύ υψηλή, φτάνοντας τα 200 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΒΙΚΕΝ, κ. Αντώνη Κοντολέοντα, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό, αλλά θεσμικό και ρυθμιστικό, απαιτώντας άμεση παρέμβαση της Πολιτείας με καθορισμό ανωτάτων ορίων, διαχωρισμό των χρεώσεων και διαφάνεια στους μηχανισμούς πληρωμής. Η ΕΒΙΚΕΝ προτείνει θέσπιση ανώτατου ορίου στις τιμές εξισορρόπησης, αποκλεισμό συνδυαστικών χαρτοφυλακίων, εφαρμογή τοπικών σημάτων, διαφανή αποζημίωση των υποχρεωτικά εντασσόμενων μονάδων και δημοσίευση στατιστικών κόστους.