Ενέργεια σε τέλμα: Η Κύπρος χάνει το στοίχημα της μετάβασης ενώ η Ελλάδα επιταχύνει
Σοβαρές ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο η Κύπρος διαχειρίστηκε κρίσιμα ενεργειακά έργα εκφράζει ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, αναδεικνύοντας ένα ευρύτερο πρόβλημα στρατηγικής και πολιτικής βούλησης. Όπως επισημαίνεται σε άρθρο που δημοσιεύθηκε την Κυριακή 4 Ιανουαρίου στην ηλεκτρονική έκδοση του Φιλελεύθερου, οι καθυστερήσεις στον τερματικό σταθμό φυσικού αερίου στο Βασιλικό, η αβεβαιότητα γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση με την Ελλάδα και η περιορισμένη παρουσία της ΑΗΚ στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας συνθέτουν μια εικόνα δομικής αποτυχίας.
Οι παρατηρήσεις του Γενικού Ελεγκτή αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα όταν συγκριθούν με την ελληνική εμπειρία. Την ώρα που η Κύπρος παραμένει εγκλωβισμένη σε υψηλές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος, περιορισμένο ανταγωνισμό και διαρκείς αναβολές κρίσιμων έργων, η Ελλάδα αξιοποίησε την ενεργειακή κρίση ως καταλύτη για επενδύσεις σε ΑΠΕ, φυσικό αέριο και διεθνείς διασυνδέσεις.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαφοροποίηση έπαιξε η ΔΕΗ, η οποία δεν περιορίστηκε σε παθητικό ρόλο, αλλά επανατοποθετήθηκε στρατηγικά στην αγορά. Μέσα από μαζικές επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, κατάφερε να μειώσει το κόστος παραγωγής και να λειτουργήσει ως παράγοντας εξισορρόπησης απέναντι στους ιδιώτες παρόχους. Αντίθετα, στην Κύπρο, η ΑΗΚ φέρεται –σύμφωνα με στοιχεία που εξετάζει η Ελεγκτική Υπηρεσία– να άφησε τον χώρο των ΑΠΕ να καταληφθεί από περιορισμένο αριθμό ιδιωτών, χωρίς ουσιαστικό όφελος για τη μεγάλη πλειοψηφία των καταναλωτών.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση στο πεδίο των διασυνδέσεων. Η Ελλάδα ενίσχυσε σταθερά τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, επενδύοντας σε καλώδια, LNG και διαφοροποίηση πηγών. Η Κύπρος, αντίθετα, παραμένει ενεργειακά απομονωμένη, με αντικρουόμενα μηνύματα για το καλώδιο διασύνδεσης και με το έργο φυσικού αερίου να μετατίθεται διαρκώς στο μέλλον.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επισημάνσεις του Ανδρέα Παπακωνσταντίνου δεν περιορίζονται σε διαχειριστικές ή λογιστικές αστοχίες. Αγγίζουν τον πυρήνα της ενεργειακής στρατηγικής της χώρας και θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα: γιατί η Κύπρος δεν ακολούθησε το ελληνικό παράδειγμα στη θωράκιση του δημοσίου συμφέροντος απέναντι σε ιδιωτικά ολιγοπώλια;
Οι φόβοι εντείνονται από τις αναφορές για πιθανές συνεννοήσεις στην ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού και από τη δημιουργία συνδέσμου προμηθευτών σε μια αγορά που θεωρητικά λειτουργεί ανταγωνιστικά. Το ενδεχόμενο παγίωσης ενός ιδιωτικού καρτέλ ενέργειας επαναφέρει μνήμες από αντίστοιχες πρακτικές που η Ελλάδα βίωσε στο παρελθόν, με υψηλό κόστος για την οικονομία και τους καταναλωτές.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτυγχάνει μόνο λόγω έλλειψης πόρων ή τεχνογνωσίας, αλλά κυρίως εξαιτίας της απουσίας πολιτικής βούλησης και συνεκτικού σχεδιασμού. Όπως υπογραμμίζεται στο άρθρο του Φιλελεύθερου, προς τα τέλη Ιανουαρίου αναμένεται η δημοσιοποίηση εκτενούς έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για την ΑΗΚ, η οποία θα καλύπτει σοβαρά λειτουργικά και διαχειριστικά ζητήματα, μεταξύ αυτών και τη χαμηλή διείσδυση του κρατικού φορέα στις ΑΠΕ.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η παρατεταμένη αδράνεια της ΑΗΚ να διεκδικήσει άδειες για μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα –ώστε να μειώσει το μεσοσταθμικό κόστος και να προσφέρει φθηνότερο ρεύμα στους καταναλωτές– δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε απλή αστοχία. Αντίθετα, εκτιμάται ότι εξυπηρέτησε συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα, τα οποία αποκόμισαν σημαντικά οφέλη τόσο κατά τη «μεταβατική ρύθμιση ηλεκτρισμού» όσο και στη σημερινή ανταγωνιστική αγορά, αφήνοντας την ΑΗΚ χωρίς τα εργαλεία να τους ανταγωνιστεί ουσιαστικά.