Από την 1η Ιανουαρίου τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ένα εργαλείο που φιλοδοξεί να προστατεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό χωρών με χαλαρότερα περιβαλλοντικά πρότυπα. Ωστόσο, ήδη από τις πρώτες ημέρες εφαρμογής του, ο μηχανισμός προκαλεί έντονες γεωοικονομικές αντιδράσεις.
Ο CBAM στοχεύει κυρίως σε ενεργοβόρους κλάδους όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο και η ηλεκτρική ενέργεια, όπου οι ευρωπαίοι παραγωγοί επιβαρύνονται με υψηλό κόστος λόγω της αυστηρής πολιτικής μείωσης εκπομπών. Μέχρι σήμερα, εισαγόμενα προϊόντα από χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία απολάμβαναν συγκριτικό πλεονέκτημα, καθώς παρήγαγαν φθηνότερα χωρίς αντίστοιχες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις. Η ΕΕ επιχειρεί πλέον να «εξισώσει» το κόστος, επιβάλλοντας τιμή άνθρακα και στις εισαγωγές.
Η πρώτη αντίδραση ήρθε από το Πεκίνο. Το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου χαρακτήρισε τον μηχανισμό «διακριτικό» και «άδικο», προειδοποιώντας για λήψη αντιμέτρων απέναντι σε ό,τι θεωρεί εμπορικό περιορισμό. Αν και η Κίνα διαθέτει από το 2021 τη μεγαλύτερη αγορά άνθρακα παγκοσμίως, το βασικό διακύβευμα δεν είναι η περιβαλλοντική πολιτική, αλλά η απώλεια ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών της προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Την ίδια στιγμή, προβληματισμός καταγράφεται και εντός της Ευρώπης. Βιομηχανικοί φορείς επισημαίνουν ασάφειες στον τρόπο υπολογισμού των εκπομπών, κάνοντας λόγο για «προεπιλεγμένες» τιμές που σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζουν κινεζικές μονάδες παραγωγής με χαμηλότερο αποτύπωμα από αντίστοιχες ευρωπαϊκές. Οι στρεβλώσεις αυτές, όπως προειδοποιούν, κινδυνεύουν να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού.
Για την Ινδία, οι επιπτώσεις αναμένεται να είναι πιο άμεσες. Ως δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός χάλυβα παγκοσμίως και βασικός προμηθευτής της ΕΕ, η χώρα στηρίζεται σε τεχνολογίες υψηλών εκπομπών, γεγονός που καθιστά τις εξαγωγές της λιγότερο ανταγωνιστικές υπό το νέο καθεστώς. Αναλυτές εκτιμούν ότι οι ινδικές εξαγωγές προς την Ευρώπη θα επιβραδυνθούν σημαντικά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Η ΕΕ, από την πλευρά της, υπερασπίζεται τον CBAM ως εργαλείο τόσο βιομηχανικής πολιτικής όσο και κλιματικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξάγει την ιδέα της τιμολόγησης του άνθρακα πέρα από τα σύνορά της. Το αν ο μηχανισμός θα οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση εκπομπών ή σε έναν νέο κύκλο εμπορικών εντάσεων, παραμένει ανοιχτό — με το κόστος να απειλεί τελικά να μετακυλιστεί στους ευρωπαίους καταναλωτές.