Πράσινα τιμολόγια Μαΐου: Οι ΑΠΕ δείχνουν σταθερότητα στις χρεώσεις παρά τις διεθνείς πιέσεις
Σε τροχιά σταθερότητας αναμένεται να κινηθούν τα πράσινα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος για τον Μάιο, καθώς η ελληνική αγορά δείχνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από προηγούμενες περιόδους ενεργειακής έντασης. Παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις και τη μεταβλητότητα στο φυσικό αέριο, η χονδρεμπορική τιμή του Απριλίου παρέμεινε κάτω από το όριο των 100 ευρώ/MWh, στα 98,08 ευρώ/MWh, δημιουργώντας περιορισμένα περιθώρια για μεγάλες ανατιμήσεις στα οικιακά τιμολόγια.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Ελλάδα δεν βρισκόταν πάντα σε αυτή τη θέση. Τα προηγούμενα χρόνια η ελληνική χονδρεμπορική αγορά συγκαταλεγόταν συχνά στις ακριβότερες της Ευρώπης, με υψηλή έκθεση στο φυσικό αέριο και περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης εξωτερικών πιέσεων. Σήμερα, η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ, η ενίσχυση του παραγωγικού χαρτοφυλακίου των μεγάλων ομίλων και η πιο ώριμη χρήση εργαλείων διαχείρισης κινδύνου έχουν βελτιώσει τη θέση της χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη τιμών.
Καθοριστικός παράγοντας είναι η συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, οι οποίες καλύπτουν πλέον πάνω από το 50% του ενεργειακού μείγματος, ενώ μαζί με τα υδροηλεκτρικά το ποσοστό προσεγγίζει το 55%. Η υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ μειώνει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και περιορίζει την ένταση με την οποία οι διεθνείς διακυμάνσεις μεταφέρονται στη χονδρική αγορά. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμη και σε περιόδους έντασης στις διεθνείς αγορές, η εγχώρια τιμή μπορεί να παραμείνει σε πιο ελεγχόμενα επίπεδα.
Η επίδραση των ΑΠΕ αποτυπώνεται και στις μηδενικές ή αρνητικές τιμές που καταγράφονται όλο και συχνότερα στη χονδρική αγορά. Έχουν παρατηρηθεί επίπεδα έως και -9,5 ευρώ/MWh, κυρίως σε ώρες υψηλής παραγωγής και χαμηλής ζήτησης. Οι ώρες αυτές μειώνουν τον μηνιαίο μέσο όρο και στηρίζουν τη συγκράτηση των πράσινων τιμολογίων. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν το πρόβλημα της ανεπαρκούς αποθήκευσης, καθώς μέρος της φθηνής πράσινης παραγωγής δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως.
Στο επίπεδο των παρόχων, η προσοχή στρέφεται στη ΔΕΗ, την Protergia και τον Ήρωνα, δηλαδή στους μεγάλους καθετοποιημένους ομίλους που διαθέτουν παρουσία τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια. Η καθετοποίηση τους επιτρέπει να διαχειρίζονται καλύτερα τις μεταβολές της χονδρικής αγοράς. Όταν οι τιμές ανεβαίνουν, τα έσοδα από την παραγωγή μπορούν να περιορίσουν την πίεση που δημιουργείται στο σκέλος της προμήθειας.
Εξίσου σημαντικό είναι το hedging, δηλαδή οι στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου που αξιοποιούν οι μεγαλύτεροι προμηθευτές. Μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων, διμερών συμφωνιών και προαγορών ενέργειας σε προκαθορισμένα επίπεδα τιμών, οι εταιρείες αυτές μειώνουν την έκθεσή τους στις απότομες διακυμάνσεις της αγοράς. Αυτό τους δίνει τη δυνατότητα να αποφύγουν άμεσες και πλήρεις μετακυλίσεις αυξήσεων στους πελάτες τους, ιδίως όταν οι πιέσεις στη χονδρική είναι βραχυπρόθεσμες.
Για τη ΔΕΗ, η μεγάλη παραγωγική βάση και το ευρύ πελατολόγιο λειτουργούν ως παράγοντες σταθεροποίησης. Η εταιρεία έχει μεγαλύτερη δυνατότητα να απορροφήσει διακυμάνσεις χωρίς να προχωρήσει σε απότομες μεταβολές στο πράσινο τιμολόγιο. Αντίστοιχα, η Protergia και ο Ήρων αξιοποιούν τη συνδυασμένη παρουσία τους σε παραγωγή και προμήθεια, καθώς και εργαλεία αντιστάθμισης, ώστε να διατηρούν πιο ελεγχόμενη τιμολογιακή πολιτική.
Η στάση των τριών αυτών παικτών είναι κρίσιμη για το σύνολο της αγοράς. Αν οι μεγάλοι πάροχοι κινηθούν συγκρατημένα, οι μικρότεροι προμηθευτές θα έχουν περιορισμένα περιθώρια για έντονες αυξήσεις, καθώς ο ανταγωνισμός στα πράσινα τιμολόγια παραμένει άμεσος και ορατός για τον καταναλωτή. Σε προηγούμενους μήνες φάνηκε ότι οι μεγάλοι όμιλοι μπορούσαν να περιορίσουν τις αυξήσεις σε μονοψήφια επίπεδα, ενώ μικρότεροι πάροχοι εμφάνισαν πολύ μεγαλύτερες ανατιμήσεις, ακόμη και άνω του 80%.
Η συγκράτηση της χονδρικής κάτω από τα 100 ευρώ/MWh ενισχύει και τη συγκριτική εικόνα της Ελλάδας έναντι άλλων ευρωπαϊκών αγορών. Η χώρα εμφανίζεται πλέον πιο ανταγωνιστική από αρκετές αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπου οι τιμές επηρεάζονται εντονότερα από το φυσικό αέριο και τις εισαγωγές. Παράλληλα, η Ελλάδα συγκρίνεται ευνοϊκότερα και με την Ιταλία, η οποία παραμένει πιο εκτεθειμένη στο αέριο και συχνά κινείται σε υψηλότερα επίπεδα τιμών.
Η βελτίωση αυτή δεν σημαίνει ότι η ελληνική αγορά έχει φτάσει τις φθηνότερες ευρωπαϊκές αγορές. Η Γαλλία και η Ιβηρική διατηρούν δομικά πλεονεκτήματα, είτε λόγω πυρηνικής παραγωγής είτε λόγω ειδικών ενεργειακών χαρακτηριστικών και υψηλής συμμετοχής φθηνών πηγών. Ωστόσο, σε σχέση με την εικόνα της προηγούμενης πενταετίας, η Ελλάδα έχει περάσει από τη ζώνη των ακριβών αγορών σε μια σαφώς πιο ανταγωνιστική θέση.
Το βασικό ερώτημα για τον Μάιο είναι αν αυτή η βελτιωμένη εικόνα θα αποτυπωθεί πλήρως στους τελικούς καταναλωτές. Με τα σημερινά δεδομένα, οι χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων αναμένεται να παραμείνουν κοντά στα επίπεδα του Απριλίου. Η υψηλή παραγωγή από ΑΠΕ, η μέση χονδρεμπορική τιμή των 98,08 ευρώ/MWh και η δυνατότητα των μεγάλων παρόχων να αξιοποιούν hedging και καθετοποιημένη παραγωγή συγκλίνουν σε σενάριο ήπιων μεταβολών.
Η θερινή περίοδος θα είναι το επόμενο ουσιαστικό τεστ. Η αύξηση της ζήτησης λόγω θερμοκρασιών μπορεί να περιορίσει την επίδραση των ωρών χαμηλών ή αρνητικών τιμών και να ενισχύσει τον ρόλο των θερμικών μονάδων. Αν η ζήτηση ανέβει απότομα ή αν το φυσικό αέριο κινηθεί υψηλότερα, οι αντοχές των παρόχων και η αποτελεσματικότητα των στρατηγικών αντιστάθμισης θα δοκιμαστούν περισσότερο.
Για την ώρα, όμως, η αγορά μπαίνει στον Μάιο με καλύτερες προϋποθέσεις από ό,τι στο παρελθόν. Η Ελλάδα διαθέτει υψηλότερη συμμετοχή ΑΠΕ, πιο ανταγωνιστική χονδρεμπορική εικόνα και μεγάλους προμηθευτές με εργαλεία απορρόφησης των πιέσεων. Αυτοί οι παράγοντες δείχνουν ότι τα πράσινα τιμολόγια μπορούν να παραμείνουν συγκρατημένα, υπό την προϋπόθεση ότι οι πάροχοι δεν θα αξιοποιήσουν την αβεβαιότητα της περιόδου για μεγαλύτερες εμπορικές προσαρμογές.