Αντιπαράθεση στην αγορά φωτοβολταϊκών για μηδενικές τιμές και αποθήκευση
Έντονη αντιπαράθεση έχει αναπτυχθεί στην αγορά φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα, με αφορμή τις ρυθμίσεις για τις μηδενικές και αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη υπερπροσφορά στο σύστημα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η διαφορετική προσέγγιση δύο βασικών φορέων της αγοράς, της ΠΟΣΠΗΕΦ και του ΣΠΕΦ, οι οποίοι προτείνουν εκ διαμέτρου διαφορετικές λύσεις για τη βιωσιμότητα των έργων και τη λειτουργία της αγοράς.
Δύο διαφορετικές προσεγγίσεις
Η ΠΟΣΠΗΕΦ θεωρεί ότι η νέα ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τις μηδενικές τιμές αποτελεί ένα πρώτο βήμα στήριξης των παραγωγών, το οποίο όμως δεν επαρκεί για να αντιμετωπιστούν οι απώλειες που καταγράφονται στην αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνει την πενταετή παράταση των υφιστάμενων συμβάσεων ενίσχυσης, ώστε να αποκατασταθεί η οικονομική ισορροπία των επενδύσεων, καθώς και την εφαρμογή εμπροσθοβαρούς αύξησης της ταρίφας, ως προσωρινή ενίσχυση ρευστότητας που θα επιστραφεί στα επόμενα χρόνια της παράτασης.
Αντίθετα, ο ΣΠΕΦ απορρίπτει αυτές τις παρεμβάσεις ως ανεπαρκείς, υποστηρίζοντας ότι δεν αντιμετωπίζουν τη βασική αιτία του προβλήματος, η οποία είναι η υπερπροσφορά ενέργειας στο σύστημα.
Το ζήτημα της υπερπροσφοράς και οι μηδενικές τιμές
Η αύξηση της παραγωγής από φωτοβολταϊκά, χωρίς αντίστοιχη ανάπτυξη ευέλικτης ζήτησης και αποθήκευσης, οδηγεί σε περιόδους μηδενικών ή και αρνητικών τιμών, ιδιαίτερα τις μεσημεριανές ώρες.
Σε αυτές τις συνθήκες, η ενέργεια δεν απορροφάται πλήρως από την αγορά, γεγονός που οδηγεί σε περικοπές παραγωγής και σημαντική απώλεια εσόδων για τους παραγωγούς.
Ο ΣΠΕΦ επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με παρατάσεις ή λογιστικές παρεμβάσεις, αλλά απαιτεί δομικές αλλαγές, με βασικό άξονα την επιτάχυνση της αποθήκευσης ενέργειας και τον περιορισμό της νέας εγκατεστημένης ισχύος.
Η αποθήκευση στο επίκεντρο της συζήτησης
Η αποθήκευση ενέργειας εμφανίζεται ως κεντρικό εργαλείο για την εξισορρόπηση της αγοράς, καθώς μπορεί να μεταφέρει την πλεονάζουσα παραγωγή από τις ώρες χαμηλής ζήτησης σε περιόδους υψηλότερης κατανάλωσης.
Στο πλαίσιο αυτό, προωθείται η ανάπτυξη νέων έργων αποθήκευσης, ενώ εξετάζονται στόχοι για σημαντική αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος μέσα στην επόμενη διετία.
Ωστόσο, η ταχύτητα υλοποίησης παραμένει σημείο τριβής, καθώς μέρος της αγοράς ζητά πιο επιθετική αδειοδοτική πολιτική, με άμεση χορήγηση όρων σύνδεσης σε ώριμα έργα.
Πίεση στους μικροπαραγωγούς και απαξίωση έργων
Οι επιπτώσεις των μηδενικών και αρνητικών τιμών είναι ήδη ορατές στους μικροπαραγωγούς, οι οποίοι βλέπουν τη βιωσιμότητα των επενδύσεών τους να πιέζεται.
Η μείωση των εσόδων, σε συνδυασμό με τις αναγκαστικές περικοπές παραγωγής, έχει οδηγήσει σε σημαντική πτώση της αξίας των φωτοβολταϊκών πάρκων, δημιουργώντας έντονη ανησυχία για την επόμενη ημέρα της αγοράς.
Παράλληλα, οι μικρότεροι παραγωγοί υποστηρίζουν ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι καθετοποιημένων ομίλων και έργων που διαθέτουν διμερή συμβόλαια προμήθειας, τα οποία δεν επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό από τις διακυμάνσεις των τιμών.
Θεσμικές παρεμβάσεις και ρόλος της Πολιτείας
Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρεί να διαμορφώσει νέο πλαίσιο λειτουργίας, το οποίο περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τις μηδενικές τιμές και μηχανισμό αναδιανομής των περικοπών παραγωγής.
Παράλληλα, εξετάζονται λύσεις που συνδυάζουν την ανάπτυξη αποθήκευσης και την καλύτερη διαχείριση της ζήτησης, μέσω δυναμικών τιμολογίων και εργαλείων ευελιξίας.
Ωστόσο, οι εκπρόσωποι της αγοράς επισημαίνουν ότι παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της αποζημίωσης για τις αναγκαστικές περικοπές, το οποίο θεωρείται κρίσιμο για τη διασφάλιση της επενδυτικής σταθερότητας.
Το επόμενο βήμα για την αγορά
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα μετάβασης: την προσαρμογή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε ένα περιβάλλον υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ, όπου η παραγωγή είναι μεταβλητή και συχνά πλεονάζουσα.
Η τελική κατεύθυνση θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό ρυθμιστικών αποφάσεων, επενδύσεων σε αποθήκευση και την ικανότητα της αγοράς να απορροφήσει την αυξημένη παραγωγή χωρίς να υπονομεύεται η βιωσιμότητα των μικρομεσαίων παραγωγών.
Τι προβλέπει η νέα ρύθμιση του ΥΠΕΝ για τους παραγωγούς ΑΠΕ
Η νέα νομοθετική ρύθμιση που προωθεί το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εισάγει αλλαγές στο καθεστώς αποζημίωσης των παραγωγών ΑΠΕ με Συμβάσεις Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης (ΣΕΔΠ), με στόχο τη μερική αποκατάσταση των απωλειών που καταγράφονται σε περιόδους μηδενικών και αρνητικών τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί που μέχρι σήμερα δεν λάμβαναν αποζημίωση όταν η τιμή της Αγοράς Επόμενης Ημέρας ήταν μηδενική για πάνω από δύο συνεχόμενες ώρες, θα συνεχίσουν πλέον να λαμβάνουν λειτουργική ενίσχυση ακόμη και σε αυτές τις συνθήκες.
Αντίθετα, η απώλεια ενίσχυσης περιορίζεται και θα εφαρμόζεται μόνο όταν καταγράφονται αρνητικές τιμές για διάστημα άνω των δύο συνεχόμενων ωρών.
Η ρύθμιση έχει συμφωνηθεί σε συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και, μετά την ψήφισή της στη Βουλή, θα ισχύσει αναδρομικά από την 1η Ιουνίου 2026.
Παράλληλα, το ΥΠΕΝ προχωρά σε ένα ευρύτερο πλαίσιο παρεμβάσεων για την εξομάλυνση της αγοράς ΑΠΕ. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, με στόχο την εγκατάσταση 700 MW έως τα τέλη Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο του σχετικού οροσήμου του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σε εξέλιξη βρίσκεται επίσης η αξιολόγηση έργων αποθήκευσης στις κατηγορίες 11Α και 11Β, καθώς και των εμπορικών έργων που έχουν κατατεθεί στο υπουργείο.
Την ίδια στιγμή δρομολογείται Υπουργική Απόφαση για τη θέσπιση μηχανισμού αναδιανομής των περικοπών παραγωγής, με στόχο την πιο ισορροπημένη κατανομή τους μεταξύ των σταθμών ΑΠΕ.
Στο σκέλος της ζήτησης, ήδη εφαρμόζονται μέτρα όπως το διζωνικό τιμολόγιο και τα δυναμικά «πορτοκαλί» τιμολόγια, τα οποία επιτρέπουν τη μεταφορά κατανάλωσης σε ώρες υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ και συμβάλλουν στη συνολική εξισορρόπηση του συστήματος.