Ρευματοκλοπές: Πώς η μείωσή τους μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερους λογαριασμούς ρεύματος
Η υποχώρηση των ρευματοκλοπών δημιουργεί τις προϋποθέσεις για χαμηλότερους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, καθώς η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) εξετάζει την πρόταση του ΔΕΔΔΗΕ για μείωση των συντελεστών απωλειών του δικτύου διανομής.
Εφόσον η πρόταση εγκριθεί, οι προμηθευτές θα χρειάζεται να αγοράζουν μικρότερες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας για να καλύπτουν την ίδια κατανάλωση των πελατών τους, γεγονός που μειώνει το κόστος προμήθειας. Το όφελος αναμένεται να αποτυπωθεί κυρίως στα κυμαινόμενα τιμολόγια και στα νέα σταθερά συμβόλαια που θα διατεθούν στην αγορά.
Η εξέλιξη αυτή βασίζεται στη βελτίωση των στοιχείων για τις συνολικές απώλειες του δικτύου, οι οποίες υποχώρησαν από 11,4% σε 10,8%, ενώ τα προκαταρκτικά στοιχεία δείχνουν περαιτέρω μείωση περίπου στο 10,4% μέσα στο 2025.
Γιατί οι ρευματοκλοπές επηρεάζουν όλους τους καταναλωτές;
Οι ρευματοκλοπές δεν επιβαρύνουν μόνο όσους τις πραγματοποιούν ούτε μόνο τον ΔΕΔΔΗΕ. Το κόστος τους μεταφέρεται τελικά σε όλους τους καταναλωτές μέσω των συντελεστών απωλειών που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της ενέργειας που πρέπει να αγοράζουν οι προμηθευτές.
Στην πράξη, για κάθε 100 κιλοβατώρες που καταναλώνει ένας πελάτης χαμηλής τάσης, ο προμηθευτής επιβαρύνεται σαν να έχει αγοράσει περίπου 116,19 κιλοβατώρες. Η διαφορά αυτή αντιστοιχεί στις απώλειες του δικτύου και ενσωματώνεται στο κόστος προμήθειας.
Τα προηγούμενα χρόνια, η αύξηση των ρευματοκλοπών οδήγησε σε σημαντική αναπροσαρμογή των συντελεστών απωλειών. Στη μέση τάση οι συντελεστές αυξήθηκαν κατά περίπου 25% και στη χαμηλή τάση κατά περίπου 19%, επιβαρύνοντας το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Τι είναι οι τεχνικές και οι μη τεχνικές απώλειες;
Οι συνολικές απώλειες του δικτύου αποτελούνται από δύο διαφορετικές κατηγορίες.
Οι τεχνικές απώλειες προκύπτουν φυσιολογικά κατά τη μεταφορά της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των γραμμών και του εξοπλισμού του δικτύου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΔΔΗΕ, παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες στο 5,8%.
Οι μη τεχνικές απώλειες αφορούν κυρίως την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνεται χωρίς να τιμολογείται, δηλαδή τις ρευματοκλοπές, αλλά και περιπτώσεις λαθών στις μετρήσεις ή άλλων παρατυπιών.
Η ουσιαστική βελτίωση καταγράφηκε σε αυτή την κατηγορία. Οι μη τεχνικές απώλειες μειώθηκαν από 5,6% το 2023 σε 5,1% το 2024, οδηγώντας στη συνολική μείωση των απωλειών του δικτύου.
Τι έχει αλλάξει και γιατί εξετάζεται τώρα η μείωση των συντελεστών;
Η υποχώρηση των μη τεχνικών απωλειών επιτρέπει στον ΔΕΔΔΗΕ να εισηγηθεί χαμηλότερους συντελεστές απωλειών στη ΡΑΑΕΥ.
Εφόσον εγκριθεί η εισήγηση, οι προμηθευτές θα αγοράζουν λιγότερη ενέργεια για να εξυπηρετούν την ίδια κατανάλωση των πελατών τους, γεγονός που μειώνει το κόστος τους.
Τα προκαταρκτικά στοιχεία του 2025, τα οποία δείχνουν περαιτέρω υποχώρηση των συνολικών απωλειών περίπου στο 10,4%, ενισχύουν την εκτίμηση ότι η βελτίωση δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο.
Ποιοι καταναλωτές θα δουν πρώτοι το όφελος;
Το χαμηλότερο κόστος αναμένεται να περάσει πρώτα στα κυμαινόμενα τιμολόγια, όπου οι εταιρείες μπορούν να προσαρμόζουν σχετικά γρήγορα τις εκπτώσεις και τις τελικές χρεώσεις.
Παράλληλα, θα επηρεάσει τα νέα σταθερά («μπλε») συμβόλαια που θα διατεθούν στην αγορά μετά την έγκριση των νέων συντελεστών.
Αντίθετα, όσοι έχουν ήδη υπογράψει συμβάσεις σταθερής τιμής δεν θα δουν άμεση μεταβολή, καθώς οι χρεώσεις τους παραμένουν σταθερές μέχρι τη λήξη του συμβολαίου.
Η εφαρμογή των νέων συντελεστών εξαρτάται από την απόφαση της ΡΑΑΕΥ.
Εάν η διαδικασία ολοκληρωθεί μέσα στους καλοκαιρινούς μήνες, οι προμηθευτές θα μπορούν να ενσωματώσουν το χαμηλότερο κόστος στα νέα τιμολόγια που θα προσφέρουν στους καταναλωτές.
Γιατί οι προμηθευτές παραμένουν επιφυλακτικοί;
Παρά τη βελτίωση των στοιχείων, αρκετοί προμηθευτές εκτιμούν ότι χρειάζεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να επιβεβαιωθεί πως η μείωση των απωλειών έχει μόνιμο χαρακτήρα.
Εάν οι πραγματικές απώλειες αποδειχθούν τελικά υψηλότερες από τις σημερινές εκτιμήσεις, ενδέχεται να προκύψουν αποκλίσεις που θα πρέπει να εκκαθαριστούν εκ των υστέρων.
Πόσο κοστίζουν σήμερα οι ρευματοκλοπές;
Το ετήσιο κόστος των ρευματοκλοπών εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 450 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, η αγορά εξακολουθεί να επιβαρύνεται από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι οποίες, παρά τη μείωση κατά περίπου 12% μέσα στο 2025, παραμένουν κοντά στα 3 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 1,53 δισ. ευρώ αφορούν οφειλές παλαιών πελατών που έχουν ήδη αποχωρήσει από τον προμηθευτή τους. Οι απαιτήσεις αυτές χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλή εισπραξιμότητα και αποτελούν μία από τις σημαντικότερες οικονομικές επιβαρύνσεις για την αγορά.
Τι προτείνει ο ΕΣΠΕΝ για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές;
Ο Ελληνικός Σύνδεσμος Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ) ζητά την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου ώστε να περιοριστεί το φαινόμενο των στρατηγικών κακοπληρωτών που αλλάζουν προμηθευτή αφήνοντας ανεξόφλητους λογαριασμούς.
Η πρόταση προβλέπει ότι τα μέτρα θα εφαρμόζονται μόνο για ουσιώδεις οφειλές και αφού έχουν προηγηθεί προσπάθειες διακανονισμού μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή.
Παράλληλα, περιλαμβάνει δικλείδες προστασίας, ώστε να μην επηρεάζονται καταναλωτές που αντιμετωπίζουν πραγματική οικονομική δυσκολία ή μικροοφειλέτες.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, στόχος είναι να προστατευθούν οι συνεπείς καταναλωτές, οι οποίοι σήμερα επιβαρύνονται έμμεσα από το κόστος που αφήνουν πίσω τους οι στρατηγικοί κακοπληρωτές.
Πώς εντοπίζει ο ΔΕΔΔΗΕ τις ρευματοκλοπές;
Ο ΔΕΔΔΗΕ παρακολουθεί συνεχώς τη διαφορά μεταξύ της ηλεκτρικής ενέργειας που εισέρχεται στο δίκτυο και της ενέργειας που τελικά τιμολογείται στους καταναλωτές.
Οι αποκλίσεις αυτές αποτελούν ένδειξη μη τεχνικών απωλειών και οδηγούν σε στοχευμένους ελέγχους στο πεδίο για τον εντοπισμό παραβιάσεων μετρητών και παράνομων συνδέσεων.
Η βελτίωση των στοιχείων των τελευταίων ετών αποδίδεται στην εντατικοποίηση αυτών των ελέγχων, αν και ο ΔΕΔΔΗΕ δεν έχει δημοσιοποιήσει αναλυτικά τα τεχνικά εργαλεία που χρησιμοποιεί για τον εντοπισμό των παραβάσεων.
Η επόμενη ημέρα
Η υποχώρηση των ρευματοκλοπών αποτελεί θετική εξέλιξη τόσο για τη λειτουργία της αγοράς όσο και για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Αν η τάση διατηρηθεί και επιβεβαιωθεί από τα τελικά στοιχεία, η μείωση των συντελεστών απωλειών μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλότερες χρεώσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ωστόσο, η αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών από μόνη της δεν αρκεί. Η αποτελεσματική είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών και ο περιορισμός των στρατηγικών κακοπληρωτών παραμένουν απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε το κόστος της αγοράς να μην συνεχίσει να μετακυλίεται στους συνεπείς καταναλωτές.