Αποθήκευση ενέργειας: Οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις και το στοίχημα των μπαταριών
Την ανάγκη για άμεση άρση των αδειοδοτικών και ρυθμιστικών περιορισμών στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας ανέδειξε ο πρόεδρος του Ομίλου AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου, υποστηρίζοντας ότι οι καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των μπαταριών στερούν από την αγορά μια κρίσιμη υποδομή για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Όπως επισημαίνει, οι περιορισμοί και η καθυστέρηση στο πλήρες άνοιγμα της αγοράς δημιουργούν συνθήκες που μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε εμπόριο αδειών αντί για ταχεία υλοποίηση επενδύσεων.
Η αποθήκευση έχει αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία καθώς αυξάνονται οι ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και οι περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ. Οι μπαταρίες μπορούν να απορροφούν ενέργεια τις ώρες υψηλής παραγωγής, κυρίως από φωτοβολταϊκά, και να την επιστρέφουν στο σύστημα όταν η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονται. Παράλληλα, μπορούν να συμμετέχουν στην αγορά εξισορρόπησης, δημιουργώντας πρόσθετες πηγές εσόδων.
Στην Ελλάδα, η ισχύς των μπαταριών σε δοκιμαστική λειτουργία ανέρχεται σήμερα σε περίπου 700 MW. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει περίπου 1 GW έως το τέλος του 2026 και 1,5 GW στα μέσα του 2027, ενώ οι εκτιμήσεις για το 2030 διαφέρουν σημαντικά. Το ΥΠΕΝ τοποθετεί την εγκατεστημένη ισχύ στα 5-7 GW, η Aurora Energy Research στα 4-5 GW, ενώ το σενάριο του ΣΕΦ φτάνει τα 8,6 GW, με συνολική χωρητικότητα 25,7 GWh.
Η ταχύτερη ανάπτυξη της αποθήκευσης συνδέεται άμεσα και με τον στόχο για μείωση του ενεργειακού κόστους κατά 30% έως το 2030. Χωρίς επαρκή αποθηκευτική ισχύ, σημαντικό μέρος της φθηνής παραγωγής ΑΠΕ δεν μπορεί να μεταφερθεί χρονικά στις ώρες υψηλότερης ζήτησης, ενώ αυξάνονται οι περικοπές παραγωγής.
Το αδειοδοτικό πλαίσιο
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η συχνή μεταβολή των κανόνων, οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των αποφάσεων και τα αδειοδοτικά φίλτρα που περιορίζουν την ανάπτυξη των έργων. Ένα από τα ζητήματα που τίθενται αφορά το όριο των 100 MW ανά έργο, το οποίο, σύμφωνα με την πλευρά της αγοράς, περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης μεγαλύτερων μονάδων που μπορούν να αξιοποιήσουν οικονομίες κλίμακας.
Ο Εξάρχου ζητά ουσιαστικά πλήρες άνοιγμα της αγοράς για έργα που μπορούν να αναπτυχθούν χωρίς κρατική λειτουργική ενίσχυση, με τον επενδυτή να αναλαμβάνει το σχετικό ρίσκο. Στην ελληνική αγορά υπάρχει ήδη χαρτοφυλάκιο περίπου 4,7 GW για αυτόνομες μπαταρίες που σχεδιάζεται να λειτουργήσουν σε εμπορική βάση, χωρίς επιδότηση.
Παράλληλα, ζητείται μεγαλύτερη σταθερότητα στους κανόνες και στα χρονοδιαγράμματα. Η αβεβαιότητα ως προς το ρυθμιστικό πλαίσιο και τα έσοδα δυσκολεύει τη χρηματοδότηση των έργων, ιδιαίτερα σε μια αγορά όπου τα έσοδα από την εμπορική λειτουργία των μπαταριών δεν είναι εύκολο να προβλεφθούν σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.
Η διαφορά με τη Βουλγαρία
Η Βουλγαρία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής προσέγγισης. Μέσω του προγράμματος RESTORE διοχέτευσε περίπου 590 εκατ. ευρώ σε επιχορηγήσεις για αυτόνομα συστήματα αποθήκευσης, κινητοποιώντας ιδιωτικές επενδύσεις που προσέγγισαν τα 1,5 δισ. ευρώ.
Η χώρα έχει πλέον περίπου 5,4 GW μπαταριών σε λειτουργία, ενώ περίπου τα δύο τρίτα της συνολικής ισχύος αφορούν standalone συστήματα. Αντίθετα, η Ελλάδα κατεύθυνε μεγαλύτερο μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε δράσεις εξοικονόμησης και ενεργειακής αναβάθμισης. Για την αποθήκευση διατέθηκαν αρχικά 400 εκατ. ευρώ μέσω τριών διαγωνισμών, ενώ προβλέπονται επιπλέον 200 εκατ. ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής.
Η διαφορά στην ταχύτητα ανάπτυξης έχει και άμεση επίπτωση στη λειτουργία της αγοράς. Τις ώρες μεγάλης παραγωγής ΑΠΕ, η Ελλάδα μπορεί να εξάγει πλεονάζουσα φθηνή ενέργεια και να χρειάζεται ακριβότερη ενέργεια αργότερα, όταν αυξάνεται η ζήτηση. Η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα μπαταριών θα επέτρεπε μεγαλύτερο μέρος αυτής της ενέργειας να παραμένει στο σύστημα και να αξιοποιείται σε μεταγενέστερες ώρες.
Μπαταρίες πριν από την αντλησιοταμίευση
Η ανάπτυξη των μπαταριών δεν αναιρεί τον ρόλο της αντλησιοταμίευσης, αλλά αφορά διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Τα έργα αντλησιοταμίευσης απαιτούν σημαντικό χρόνο για αδειοδότηση και κατασκευή, ενώ οι μπαταρίες μπορούν να αναπτυχθούν ταχύτερα και να καλύψουν άμεσα μέρος των αναγκών του συστήματος.
Για την αγορά, ζητούμενο είναι επομένως ένα σταθερό πλαίσιο που θα επιτρέπει τόσο επιδοτούμενα έργα, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο για τη χρηματοδότηση, όσο και εμπορικές επενδύσεις χωρίς κρατική ενίσχυση. Η επιτάχυνση των standalone μπαταριών θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η αύξηση των περικοπών ΑΠΕ και των αρνητικών τιμών περιορίζει την αξία της νέας πράσινης παραγωγής χωρίς επαρκή αποθήκευση.
Το ζήτημα που τίθεται πλέον για την ελληνική αγορά δεν είναι μόνο πόσες μπαταρίες θα εγκατασταθούν έως το 2030, αλλά πόσο γρήγορα θα δημιουργηθεί το ρυθμιστικό και αδειοδοτικό πλαίσιο που θα επιτρέψει στις επενδύσεις να υλοποιηθούν. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την αξιοποίηση της αυξανόμενης παραγωγής ΑΠΕ και με την προσπάθεια περιορισμού του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας.