Στην επενδυτική βαθμίδα κατατάσσεται το Πρόγραμμα Έκδοσης Μεσοπρόθεσμων Ομολογιών (Euro Medium Term Note – EMTN) της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, μετά τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων S&P Global Ratings και Moody’s Ratings. Η εξέλιξη έρχεται σε συνέχεια της απόδοσης αξιολόγησης Investment Grade στην ίδια την εταιρεία τον Μάιο του 2026, διευρύνοντας τις δυνατότητές της για άντληση κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές.
Ειδικότερα, η S&P αξιολόγησε το πρόγραμμα με «BBB-», ενώ η Moody’s απέδωσε μακροπρόθεσμη αξιολόγηση «(P)Baa3» και βραχυπρόθεσμη «(P)P-3». Και οι δύο αξιολογήσεις βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με τις αντίστοιχες μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ενώ το outlook της εταιρείας παραμένει σταθερό.
S&P: Χαμηλή μόχλευση και διακριτή χρηματοδότηση των έργων
Η S&P Global Ratings συνέδεσε την αξιολόγηση του EMTN Programme με τη διατήρηση χαμηλής μόχλευσης σε επίπεδο μητρικής εταιρείας και τη διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου υποδομών και επενδύσεων του Ομίλου.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη διάκριση μεταξύ της χρηματοδότησης των έργων και των υποχρεώσεων της μητρικής εταιρείας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αξιολόγησης, περίπου το 75% του συνολικού χρέους του Ομίλου αφορά χρηματοδότηση έργων παραχώρησης χωρίς αναγωγή στη μητρική εταιρεία (non-recourse), ενώ το υπόλοιπο εταιρικό χρέος είναι πλήρως ακάλυπτο από εξασφαλίσεις.
Η συγκεκριμένη διάρθρωση διαχωρίζει σε μεγάλο βαθμό τη χρηματοδότηση των επιμέρους έργων από τον ισολογισμό της μητρικής και αποτελεί βασικό στοιχείο της πιστωτικής αξιολόγησης του Ομίλου.
Παράλληλα, ο οίκος επισημαίνει ότι το πρόγραμμα ομολογιών εντάσσεται στη συνετή διαχείριση ρευστότητας και λήξεων της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, εκτιμώντας ότι η επίδρασή του στο πιστωτικό προφίλ της εταιρείας είναι σε γενικές γραμμές ουδέτερη.
Moody’s: Πρόσθετη χρηματοδοτική ευελιξία και ισχυρή ρευστότητα
Από την πλευρά της, η Moody’s Ratings απέδωσε στο EMTN Programme μακροπρόθεσμη αξιολόγηση «(P)Baa3» και βραχυπρόθεσμη «(P)P-3», διατηρώντας σταθερό το outlook της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Η αξιολόγηση του προγράμματος ευθυγραμμίζεται με την αξιολόγηση εκδότη Baa3 της εταιρείας.
Σύμφωνα με τον οίκο, το πρόγραμμα ενισχύει τη χρηματοδοτική ευελιξία του Ομίλου και διευρύνει τις επιλογές πρόσβασης στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Η Moody’s χαρακτηρίζει τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ως τον ηγετικό όμιλο υποδομών στην Ελλάδα, επισημαίνοντας την αυξανόμενη συμβολή των παραχωρήσεων στην κερδοφορία της. Στα βασικά πλεονεκτήματα του Ομίλου περιλαμβάνονται τα χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου αυτοκινητοδρόμων, η μέση υπολειπόμενη διάρκεια των παραχωρήσεων που υπερβαίνει τα 20 έτη και το καθετοποιημένο επιχειρηματικό μοντέλο, το οποίο ενισχύει την ορατότητα των μελλοντικών εσόδων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη ρευστότητα. Μετά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ύψους 659 εκατ. ευρώ, η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2026, ο Όμιλος διέθετε περίπου 2,2 δισ. ευρώ σε ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα, εκ των οποίων περίπου 1,3 δισ. ευρώ βρίσκονταν σε επίπεδο μητρικής εταιρείας.
Η Moody’s εκτιμά, παράλληλα, ότι οι πιστωτικοί δείκτες της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ θα παραμείνουν συμβατοί με την αξιολόγηση Baa3 για τουλάχιστον τους επόμενους 12 έως 24 μήνες. Στη σχετική εκτίμηση συμβάλλουν η αύξηση της κυκλοφορίας στους αυτοκινητοδρόμους, οι παραγόμενες ταμειακές ροές και η σταδιακή βελτίωση της μόχλευσης, καθώς μεγάλα έργα περνούν στη φάση λειτουργίας.
Η συνέχεια μετά την επενδυτική βαθμίδα του Μαΐου
Η αξιολόγηση του EMTN Programme ακολουθεί την αναβάθμιση της πιστοληπτικής εικόνας της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ τον Μάιο του 2026, όταν η εταιρεία έλαβε για πρώτη φορά αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας από τους δύο διεθνείς οίκους.
Συγκεκριμένα, στις 7 Μαΐου 2026, η S&P απέδωσε στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση «BBB-» με σταθερές προοπτικές (Stable Outlook), ενώ την ίδια ημέρα η Moody’s ανακοίνωσε αξιολόγηση εκδότη «Baa3», επίσης με σταθερό outlook.
Με τις νέες αξιολογήσεις για το πρόγραμμα ομολογιών, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ διατηρεί την ίδια πιστοληπτική βαθμίδα τόσο σε επίπεδο εταιρείας όσο και σε επίπεδο EMTN Programme. Η εξέλιξη ενισχύει τη δυνατότητα αξιοποίησης διαφορετικών χρηματοδοτικών εργαλείων, σε ένα επιχειρηματικό μοντέλο όπου οι παραχωρήσεις και οι μακροχρόνιες ταμειακές ροές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.