1. Home
  2. ΑΠΕ
  3. ΑΠΕ: Αυξάνεται η παραγωγή, αλλά το φυσικό αέριο παραμένει αναγκαίο
ΑΠΕ: Αυξάνεται η παραγωγή, αλλά το φυσικό αέριο παραμένει αναγκαίο

ΑΠΕ: Αυξάνεται η παραγωγή, αλλά το φυσικό αέριο παραμένει αναγκαίο

0

Η Ελλάδα έχει εγκαταστήσει σχεδόν 20 GW ισχύος από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ωστόσο εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο για την κάλυψη των αναγκών ηλεκτροδότησης. Οι περικοπές πράσινης παραγωγής ξεπέρασαν τις 2 TWh στο εννεάμηνο του 2026, ενώ οι μονάδες αποθήκευσης παραμένουν ανεπαρκείς για να αξιοποιήσουν την ενέργεια που περισσεύει τις ώρες υψηλής παραγωγής και να την αποδώσουν όταν αυξάνεται η ζήτηση. Έτσι, παρά τη συνεχή προσθήκη φωτοβολταϊκών και αιολικών, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να καλύπτει κρίσιμο μέρος του ηλεκτρικού φορτίου, διατηρώντας την αγορά εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.

Η εγκατεστημένη ισχύς των ΑΠΕ στην Ελλάδα έχει φτάσει τα 19,9 GW, εκ των οποίων τα 13,6 GW προέρχονται από φωτοβολταϊκά και τα 6,295 GW από αιολικά. Ωστόσο, η ανάπτυξη της παραγωγής δεν συνοδεύτηκε με τον ίδιο ρυθμό από την ένταξη συστημάτων αποθήκευσης. Οι πρώτες μονάδες μπαταριών εντάχθηκαν στην αγορά μόλις τον Απρίλιο του 2026, με τη συνολική ισχύ τους να φτάνει τα 700 MW στα τέλη Σεπτεμβρίου.

Το αποτέλεσμα είναι ότι σημαντικές ποσότητες πράσινης ενέργειας δεν μπορούν να απορροφηθούν από το σύστημα. Στο εννεάμηνο του 2026, οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ ανήλθαν σε 2.063 GWh, αυξημένες κατά 15,6% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Οι διαθέσιμες μονάδες αποθήκευσης κατάφεραν να αποτρέψουν μόλις το 5,3% των συνολικών περικοπών, αποτυπώνοντας το μέγεθος του κενού που εξακολουθεί να υπάρχει.

Η αποθήκευση δεν ακολουθεί τον ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ποσότητα της ενέργειας που παράγεται, αλλά και τον χρόνο κατά τον οποίο είναι διαθέσιμη. Η παραγωγή από φωτοβολταϊκά κορυφώνεται τις μεσημεριανές ώρες, όταν η ηλιοφάνεια είναι ισχυρή, ενώ υποχωρεί σημαντικά μετά τη δύση του ήλιου. Αντίστοιχα, η αιολική παραγωγή εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες και δεν είναι σταθερή σε όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου.

Όταν η παραγωγή από ΑΠΕ υπερβαίνει τη ζήτηση και τις δυνατότητες απορρόφησης του δικτύου, μέρος της περικόπτεται. Χωρίς επαρκή αποθηκευτική ικανότητα, η ενέργεια αυτή δεν μπορεί να διατηρηθεί για τις βραδινές ώρες ή για περιόδους κατά τις οποίες η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές είναι περιορισμένη.

Τότε το κενό καλύπτεται από τις συμβατικές μονάδες, κυρίως φυσικού αερίου, οι οποίες μπορούν να προσαρμόζουν τη λειτουργία τους ανάλογα με τις ανάγκες του συστήματος. Έτσι, η χώρα εξακολουθεί να χρειάζεται μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου για την εξασφάλιση της ηλεκτροδότησης, ακόμη και όταν διαθέτει σημαντική εγκατεστημένη ισχύ ΑΠΕ.

Η εξάρτηση αποτυπώνεται και στα στοιχεία κατανάλωσης. Περίπου το 70,3% της συνολικής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην Ελλάδα κατευθύνεται στην ηλεκτροπαραγωγή. Την ίδια στιγμή, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση η κατανάλωση φυσικού αερίου μειώθηκε κατά 20% την περίοδο 2021-2024, στην Ελλάδα η αντίστοιχη μείωση περιορίστηκε στο 5,4%. Το 2025, μάλιστα, η εγχώρια κατανάλωση έφτασε σε ιστορικό υψηλό, στις 70,2 TWh.

Οι περικοπές ΑΠΕ επιβαρύνουν το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας

Η αδυναμία αξιοποίησης της διαθέσιμης πράσινης παραγωγής έχει και οικονομικές συνέπειες. Όταν περικόπτεται ενέργεια από ΑΠΕ, το σύστημα χάνει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει μια φθηνή πηγή ηλεκτροπαραγωγής. Στις ώρες που η ζήτηση αυξάνεται και η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκεί, απαιτείται η ενεργοποίηση μονάδων φυσικού αερίου, το κόστος λειτουργίας των οποίων επηρεάζεται άμεσα από τις διεθνείς τιμές του καυσίμου.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο έντονης αστάθειας στις αγορές φυσικού αερίου. Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε αύξηση των διεθνών τιμών κατά περισσότερο από 90% μέσα σε έξι μήνες, με την τιμή να ξεπερνά επανειλημμένα τα 100 ευρώ/MWh.

Στην ελληνική αγορά, η μέση χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο στα 197,07 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 26% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο. Στις 2 Νοεμβρίου, η ημερήσια τιμή έφτασε τα 312,72 ευρώ/MWh, σε μια ημέρα κατά την οποία το φυσικό αέριο κάλυψε το 48,7% του ενεργειακού μείγματος.

Η μεγάλη συμμετοχή του φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή διατηρεί, επομένως, τη σύνδεση της εγχώριας αγοράς ηλεκτρισμού με τις διεθνείς ανατιμήσεις. Η ταχύτερη ανάπτυξη της αποθήκευσης θα μπορούσε να περιορίσει αυτή την εξάρτηση, καθώς θα επέτρεπε τη χρήση ενέργειας που παράγεται σε ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ αντί της ενεργοποίησης ακριβότερων συμβατικών μονάδων.

Η αποθήκευση μακράς διάρκειας και το παράδειγμα της Ισπανίας

Πέρα από τις συμβατικές μπαταρίες, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αποθήκευση μακράς διάρκειας (Long-Duration Energy Storage – LDES). Πρόκειται για συστήματα που επιτρέπουν τη διατήρηση ενέργειας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και την παροχή της στο δίκτυο όταν η ζήτηση αυξάνεται ή η παραγωγή από ΑΠΕ υποχωρεί.

Η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να συμβάλει στην επάρκεια και την ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος, περιορίζοντας την ανάγκη για μονάδες φυσικού αερίου στις ώρες αιχμής. Ωστόσο, για την ανάπτυξη μεγάλων έργων απαιτείται ένα σταθερό πλαίσιο εσόδων, το οποίο θα επιτρέπει στους επενδυτές να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση σε βάθος χρόνου.

Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το ισπανικό μοντέλο μηχανισμού ισχύος, το οποίο προβλέπει την αποζημίωση των μονάδων αποθήκευσης με βάση τη διαθεσιμότητα και την ικανότητά τους να παρέχουν εγγυημένη ισχύ όταν το σύστημα τη χρειάζεται. Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται από την απλή αποζημίωση για την αποθήκευση και επαναπώληση ενέργειας, αναγνωρίζοντας τη συμβολή των έργων στην επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος.

Στην Ελλάδα, ένα χαρακτηριστικό έργο που σχεδιάζεται σε αυτή την κατεύθυνση είναι το PTOLEMAIDA BESS της EUNICE στη Δυτική Μακεδονία. Το έργο έχει ισχύ 225 MW, ενεργειακή χωρητικότητα 1.350 MWh και εγγυημένη διάρκεια αποθήκευσης έξι ωρών. Έχει επίσης ενταχθεί στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο στόχος των 3 GW έως το 2028

Ο κυβερνητικός σχεδιασμός προβλέπει σημαντική αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος των συστημάτων αποθήκευσης τα επόμενα χρόνια. Από τα περίπου 700 MW στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, η ισχύς αναμένεται να προσεγγίσει το 1 GW έως το τέλος του έτους και να φτάσει τα 1,5 GW στα μέσα του 2027. Ο τελικός στόχος είναι η εγκατεστημένη ισχύς να ανέλθει στα 3 GW έως το 2028.

Η επίτευξη των στόχων αυτών θεωρείται κρίσιμη για να περιοριστεί η απόσταση ανάμεσα στην ανάπτυξη των ΑΠΕ και στις δυνατότητες του συστήματος να αξιοποιεί την παραγωγή τους. Ωστόσο, η αύξηση της αποθηκευτικής ισχύος δεν αρκεί από μόνη της. Απαιτούνται επίσης κατάλληλα δίκτυα, επενδύσεις σε υποδομές μεταφοράς και διανομής, καθώς και μηχανισμοί αγοράς που θα εξασφαλίζουν προβλέψιμα έσοδα για τα έργα μακράς διάρκειας.

Το ζητούμενο για την ελληνική αγορά δεν είναι πλέον μόνο η προσθήκη νέας ισχύος από φωτοβολταϊκά και αιολικά, αλλά η δυνατότητα αξιοποίησης της ενέργειας που ήδη παράγεται. Όσο η αποθήκευση παραμένει πίσω από τον ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ, οι περικοπές θα συνεχίζονται και οι μονάδες φυσικού αερίου θα διατηρούν σημαντικό ρόλο στην κάλυψη της ζήτησης, με άμεσες συνέπειες για την ενεργειακή ασφάλεια και το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.