Home Νέα Τύπος Συναγερμός για τα τζάκια
Συναγερμός για τα τζάκια

Συναγερμός για τα τζάκια

0
0

Της Μάχης Τράτσα, ΤΟ ΒΗΜΑ, 06/01/13

Ο «παλιός γνώριμος» των δεκαετιών του ’80 και του ’90, το περίφημο «νέφος», φαίνεται ότι επανήλθε δριμύτερος στα μεγάλα αστικά κέντρα, αυτή τη φορά εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης. Σε έκτακτη ευρεία σύσκεψη, την περασμένη Πέμπτη, παράγοντες των υπουργείων Περιβάλλοντος και Υγείας έριξαν το μπαλάκι στο υπουργείο Οικονομικών προτείνοντας τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, καθώς και τη διεύρυνση των κριτηρίων για τα επιδόματα θέρμανσης ώστε να ενταχθούν περισσότεροι δικαιούχοι στη διαδικασία χορήγησής τους. Στόχος είναι να επιστρέψουν οι πολίτες στη χρήση πετρελαίου και κυρίως φυσικού αερίου, το οποίο θεωρείται καθαρότερο καύσιμο. Γι’ αυτό άλλωστε προωθείται η παροχή κινήτρων (π.χ. φοροαπαλλαγή) για τη διασύνδεση περισσότερων νοικοκυριών με το φυσικό αέριο.

Οσο χαμηλότερες τιμές δείχνει ο υδράργυρος, τόσο πιο αποπνικτική γίνεται η ατμόσφαιρα σε Αττική και Θεσσαλονίκη τις τελευταίες εβδομάδες. Κι αυτό διότι οι Ελληνες «φουντώνουν» τζάκια και σόμπες για να γλιτώσουν από το κρύο αλλά και από το κόστος του πετρελαίου. Συνέπεια; Οι συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων αυξάνονται και σε συνδυασμό με συνθήκες άπνοιας και υγρασίας δημιουργούν ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ».
Ενδεικτικά στην Αττική, την περασμένη Τετάρτη, οι συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων (PM10 – σωματίδια με διάμετρο 10 μm) έφθασαν στην περιοχή της Λυκόβρυσης τα 128 μg/m3 και στο Μαρούσι τα 106 μg/m3. Αντιστοίχως στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με τον αναπληρωτή καθηγητή στο ΑΠΘ και επιστημονικό υπεύθυνο του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος Transphorm για την ατμοσφαιρική ρύπανση κ. Δημοσθένη Σαρηγιάννη, οι μέσες συγκεντρώσεις από τα μέσα Νοεμβρίου ως τα μέσα Δεκεμβρίου βρέθηκαν 50% μεγαλύτερες από το όριο ασφαλείας για τα ΡΜ10 και πάνω από 100% μεγαλύτερες από το όριο για τα ΡΜ2.5 (σωματίδια με διάμετρο 2,5 μm).

 
Οι κίνδυνοι

Σύμφωνα με παράγοντες του ΥΠΕΚΑ αλλά και του υπουργείου Υγείας, και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. «oι οικονομικές συνέπειες από τις επιπτώσεις στην υγεία μπορεί να είναι μεγαλύτερες από τα όποια οφέλη μπορεί να αποφέρει η αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης» επισημαίνουν πηγές του υπουργείου Περιβάλλοντος, θέτοντας σε αντιπαράσταση τη δημόσια υγεία με το λαθρεμπόριο καυσίμων.

Με βάση αυτό το σκεπτικό πιέζουν το υπουργείο Οικονομικών να προχωρήσει στη μείωση του φόρου, το οποίο από την πλευρά του δεν έχει καν στην ατζέντα του το όλο πρόβλημα.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με παλαιότερη πανευρωπαϊκή έρευνα στις πόλεις της Νότιας Ευρώπης, για κάθε αύξηση των ΡΜ10 κατά 10 μg/m3 παρατηρείται αύξηση της θνησιμότητας κατά 0,87%. Παράλληλα, καταγράφονται και αυξημένες εισαγωγές στα νοσοκομεία πολιτών με αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα.
Αλλωστε, όπως αναφέρουν στο «Βήμα» οι ίδιες πηγές, τα οφέλη από τη ραγδαία αύξηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης εξαιτίας της εξομοίωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης με εκείνον του πετρελαίου κίνησης δεν ήταν τα προσδοκώμενα. Η κατανάλωση πετρελαίου έχει μειωθεί κατά 80% σε σχέση με πέρυσι, ενώ από τα 800 εκατ. ευρώ που περίμενε η κυβέρνηση ότι θα «έπεφταν» στον κρατικό κορβανά, τελικά έχουν εισπράξει μόνο 150 εκατ. ευρώ, ενώ παράλληλα έχει αυξηθεί και το λαθρεμπόριο καυσίμων.

 
Μία δεκαετία πίσω

Αποτελέσματα διετών μετρήσεων (1999-2000 και 2011-2012) της ερευνητικής ομάδας της αναπληρώτριας καθηγήτριας στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του ΕΜΠ κυρίας Αρχοντούλας Χαλουλάκου στο κέντρο της Αθήνας, με διαφορά μιας δεκαετίας, σε περιοχή με έντονη κυκλοφορία και εμπορική δραστηριότητα, έδειξε μείωση 32% των συγκεντρώσεων αιωρούμενων σωματιδίων (PM10). Ωστόσο, παρά την πτώση των συγκεντρώσεων, τα μετρούμενα επίπεδα (56,9 μg/m3) παρέμεναν πάνω από τα επιτρεπτά όρια της ΕΕ (40 μg/m3), αλλά και τον επιτρεπτό αριθμό ημερήσιων υπερβάσεων (συγκέντρωση άνω των 50 μg/m3 35 φορές τον χρόνο).
Κι ενώ γενικά η κατάσταση έδειχνε ότι βελτιώνεται, μια πολιτική απόφαση για το πετρέλαιο θέρμανσης φέρνει τα πάνω κάτω και φαίνεται ότι επαναφέρει τα επίπεδα μικροσωματιδίων σε συγκεντρώσεις που κατέγραφαν οι σταθμοί μέτρησης προ δεκαετίας. Στη Θεσσαλονίκη από τα μέσα Νοεμβρίου ως τα μέσα Δεκεμβρίου, σύμφωνα με τις μετρήσεις της επιστημονικής ομάδας του κ. Σαρηγιάννη, οι μέγιστες τιμές που καταγράφηκαν ήταν άνω των 180 μg/m3 για τα ΡΜ10 και των 130 μg/m3 για τα ΡΜ2.5.
Και αυτό όταν διαχρονικά παρατηρείται πτωτική τάση, τόσο στα PM10 όσο και στα PM2.5, στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με την καθηγήτρια του ΑΠΘ κυρία Κωνσταντίνα Σαμαρά. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει η ίδια, από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν είναι σαφής η επίδραση της οικονομικής κρίσης – γενικά, αναμένεται να έχει θετικές και αρνητικές επιδράσεις στα επίπεδα συγκεντρώσεων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα.
Στην ευρεία σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο ΥΠΕΚΑ συζητήθηκαν και τα μέτρα τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται σε περιόδους οξέων επεισοδίων, χωρίς ωστόσο να καταλήξουν σε κάποια απόφαση. Στο τραπέζι έπεσε ως έσχατη λύση η απαγόρευση της κυκλοφορίας των οχημάτων στους δρόμους.

 
Αναρχες καύσεις

Η καύση ξύλου αποτελεί σημαντική πηγή σωματιδίων και μαύρου καπνού. Πόσω μάλλον η άναρχη και μαζική καύση σε μια πόλη περίπου έξι εκατομμυρίων κατοίκων, όπως η Αθήνα.
Στις ΗΠΑ κάθε χρόνο ο καπνός από τις ξυλόσομπες συνεισφέρει πάνω από 420.000 τόνους λεπτόκοκκων σωματιδίων, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες. «Ο καπνός από καύση ξύλου περιέχει, εκτός από μικροσωματίδια, και ένα πλήθος από τοξικές, καρκινογόνες και ερεθιστικές ενώσεις, όπως πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες, αλδεΰδες, φαινόλες, βενζόλιο κ.ά.» αναφέρει η κυρία Σαμαρά. Σε ό,τι αφορά την εκπομπή μικροσωματιδίων, όπως επισημαίνει η καθηγήτρια, υπερτερεί η καύση ξύλου στο τζάκι και ακολουθούν κατά φθίνουσα σειρά η καύση ξύλου σε ξυλόσομπα, η καύση πέλετ, η καύση πετρελαίου και, τέλος, η καύση φυσικού αερίου με σχεδόν μηδενικές εκπομπές.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ), ένα παραδοσιακό τζάκι εκλύει στην ατμόσφαιρα 30 φορές περισσότερα αιωρούμενα σωματίδια απ’ ό,τι ένας καλά συντηρημένος καυστήρας πολυκατοικίας με 25 διαμερίσματα. Προειδοποιεί επίσης ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικά προβλήματα, να επιδεινώσει αλλεργίες και να προκαλέσει νευρολογικά, αναπαραγωγικά και αναπτυξιακά προβλήματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον ευάλωτο πληθυσμό: παιδιά, ηλικιωμένους, εγκύους, καθώς και όσους πάσχουν από αναπνευστικά/καρδιαγγειακά προβλήματα.