Χονδρεμπορική ρεύματος: Γιατί η τιμή ξεπέρασε τα 153 ευρώ/MWh
Ξεπέρασε τα 153 ευρώ/MWh η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, καθώς η επιστροφή στην κανονική οικονομική δραστηριότητα μετά το τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου συνέπεσε με χαμηλότερη παραγωγή από ΑΠΕ, μεγαλύτερη χρήση φυσικού αερίου και αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 153,42 ευρώ/MWh, καταγράφοντας άνοδο 46% σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα. Η εξέλιξη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον υψηλών τιμών φυσικού αερίου στην Ευρώπη, περιορισμένων ποσοτήτων LNG και χαμηλών αποθεμάτων φυσικού αερίου, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Η αλλαγή στο ενεργειακό μείγμα
Ένας από τους βασικούς παράγοντες της ανόδου ήταν η αλλαγή στο ενεργειακό μείγμα.
Την Κυριακή, οι ΑΠΕ κάλυπταν το 59,1% της προσφοράς. Τη Δευτέρα το ποσοστό υποχώρησε στο 48,1%. Την ίδια στιγμή, η συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου αυξήθηκε στο 37,5%.
Η μεταβολή αυτή έχει άμεση σχέση με τη χονδρεμπορική τιμή. Οι ΑΠΕ δεν έχουν κόστος καυσίμου και, όταν η παραγωγή τους είναι υψηλή, μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την τιμή της αγοράς. Όταν, όμως, η παραγωγή τους μειώνεται, το σύστημα χρειάζεται περισσότερες θερμικές μονάδες, κυρίως φυσικού αερίου, και το κόστος του καυσίμου επηρεάζει περισσότερο την τελική τιμή.
Στο συγκεκριμένο μείγμα, ο λιγνίτης συμμετείχε κατά 2,2%, τα υδροηλεκτρικά κατά 7,3% και οι εισαγωγές κατά 2,6%. Το φυσικό αέριο, με ποσοστό 37,5%, είχε τον σημαντικότερο ρόλο μεταξύ των θερμικών μονάδων.
Γιατί ακριβαίνει το φυσικό αέριο
Η τιμή του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF ξεπέρασε τα 62 ευρώ/MWh, φθάνοντας σε υψηλό τριών εβδομάδων.
Η άνοδος συνδέεται με διαταραχές στις προμήθειες LNG από την περιοχή του Κόλπου, την αβεβαιότητα γύρω από τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν και τα χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τις καιρικές συνθήκες. Οι υψηλές θερμοκρασίες στη Νότια και Κεντρική Ευρώπη αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη και οδηγούν σε μεγαλύτερη χρήση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.
Έτσι, μέρος του φυσικού αερίου που θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθηκών χρησιμοποιείται για την κάλυψη της τρέχουσας ζήτησης. Αυτό δυσκολεύει την προσπάθεια αύξησης των αποθεμάτων πριν από τον χειμώνα.
Γιατί οι ΑΠΕ δεν εξασφαλίζουν χαμηλή μέση τιμή
Η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ πράγματι περιορίζει τις τιμές, αλλά η επίδρασή τους δεν είναι ίδια όλες τις ώρες της ημέρας.
Το πρόσφατο άλμα στη χονδρεμπορική τιμή δείχνει ακριβώς αυτή τη διαφορά. Όταν οι ΑΠΕ κάλυπταν το 59,1% της προσφοράς, η ανάγκη για ακριβότερη θερμική παραγωγή ήταν μικρότερη. Όταν το ποσοστό τους υποχώρησε στο 48,1%, οι μονάδες φυσικού αερίου αύξησαν τη συμμετοχή τους στο 37,5%.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο καθαρή αν εξεταστούν οι τιμές μέσα στην ίδια ημέρα. Σε ώρες υψηλής παραγωγής ΑΠΕ, η τιμή μπορεί να υποχωρήσει ακόμη και στα 1,10 ευρώ/MWh. Σε ώρες που η παραγωγή τους μειώνεται και χρειάζεται μεγαλύτερη συμμετοχή φυσικού αερίου, μπορεί να φθάσει στα 225,64 ευρώ/MWh.
Επομένως, η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ δεν σημαίνει ότι η μέση τιμή του 24ώρου θα είναι υποχρεωτικά χαμηλή. Οι ΑΠΕ μειώνουν σημαντικά το κόστος τις ώρες που παράγουν, αλλά οι ακριβότερες ώρες επηρεάζουν τον ημερήσιο μέσο όρο.
Χωρίς την παραγωγή των ΑΠΕ, η πίεση στις τιμές θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Το πρόβλημα είναι ότι η φθηνή παραγωγή δεν μπορεί ακόμη να μεταφερθεί σε επαρκή βαθμό στις ώρες που δεν υπάρχει ήλιος ή αρκετός άνεμος.
Τι είναι η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς
Η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς στην Αγορά Επόμενης Ημέρας είναι η τιμή στην οποία εκκαθαρίζονται οι συναλλαγές για κάθε χρονικό διάστημα της επόμενης ημέρας.
Στο μοντέλο της οριακής τιμολόγησης, η τιμή διαμορφώνεται από την τελευταία μονάδα παραγωγής που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Εάν για την κάλυψη της ζήτησης απαιτείται ακριβότερη μονάδα φυσικού αερίου, το κόστος αυτής της μονάδας μπορεί να καθορίσει την τιμή για τη συγκεκριμένη περίοδο.
Αυτό εξηγεί γιατί μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα μεγάλη ποσότητα φθηνής παραγωγής από ΑΠΕ και υψηλή χονδρεμπορική τιμή σε άλλες ώρες.
Η τιμή των 153,42 ευρώ/MWh είναι ο μέσος όρος της ημέρας. Δεν σημαίνει ότι το ρεύμα είχε την ίδια τιμή καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου.
Ο ρόλος του λιγνίτη
Ο λιγνίτης συμμετείχε μόλις κατά 2,2% στο συγκεκριμένο ενεργειακό μείγμα. Ως αποτέλεσμα, η επίδρασή του στην τελική τιμή είναι σαφώς μικρότερη από εκείνη του φυσικού αερίου.
Ο λιγνίτης ανήκει στις θερμικές μονάδες και χρησιμοποιείται μαζί με το φυσικό αέριο για την κάλυψη της ζήτησης όταν η παραγωγή από ΑΠΕ δεν επαρκεί.
Με δεδομένη τη χαμηλή συμμετοχή του, δεν αποτελεί τον βασικό παράγοντα της πρόσφατης ανόδου. Ο σημαντικότερος παράγοντας από την πλευρά της θερμικής παραγωγής είναι το φυσικό αέριο, καθώς η διεθνής τιμή του έχει αυξηθεί σημαντικά.
Η ηλεκτρική αποθήκευση είναι το βασικό κενό
Η περιορισμένη αποθήκευση ενέργειας αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τις μεγάλες διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής τιμής.
Τις ώρες υψηλής παραγωγής φωτοβολταϊκών μπορεί να υπάρχει μεγάλη ποσότητα φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. Χωρίς επαρκείς μπαταρίες, η ενέργεια αυτή δεν μπορεί να αποθηκευτεί σε μεγάλη κλίμακα και να χρησιμοποιηθεί αργότερα.
Όταν τα φωτοβολταϊκά σταματούν να παράγουν και η αιολική παραγωγή δεν επαρκεί, το σύστημα χρειάζεται περισσότερες μονάδες φυσικού αερίου. Έτσι, η τιμή μπορεί να αυξηθεί σημαντικά μέσα σε λίγες ώρες.
Στο ενεργειακό μείγμα της συγκεκριμένης ημέρας, οι μπαταρίες είχαν συμμετοχή μόλις 0,7%. Το ποσοστό αυτό δείχνει ότι η αποθήκευση δεν έχει ακόμη το μέγεθος που απαιτείται ώστε να περιορίσει ουσιαστικά αυτές τις μεταβολές.
Υπάρχουν, πάντως, ήδη οικονομικά δεδομένα που δείχνουν τη διαφορά των τιμών μεταξύ των ωρών φόρτισης και εκφόρτισης. Κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, οι δαπάνες αγοράς ενέργειας για τη φόρτιση των μπαταριών ήταν περίπου 539.000 ευρώ, ενώ τα έσοδα από την πώληση της αποθηκευμένης ενέργειας έφθασαν τα 4,2 εκατ. ευρώ.
Η σημασία της αποθήκευσης φυσικού αερίου
Η συζήτηση για την αποθήκευση δεν αφορά μόνο τις μπαταρίες. Για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες έχει μεγάλη σημασία και η κατάσταση των αποθηκών φυσικού αερίου στην Ευρώπη. Τα επίπεδα αποθήκευσης παραμένουν κάτω από τους ιστορικούς μέσους όρους και ο ρυθμός αναπλήρωσης δεν είναι αυτός που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων πριν από τον χειμώνα.
Οι υψηλές θερμοκρασίες κάνουν την κατάσταση δυσκολότερη, καθώς αυξάνουν την κατανάλωση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή σε μια περίοδο κατά την οποία κανονικά θα έπρεπε να ενισχύονται τα αποθέματα.
Εάν η Ευρώπη εισέλθει στον χειμώνα με χαμηλότερα από τα επιθυμητά αποθέματα, η αγορά θα είναι περισσότερο ευάλωτη σε νέες αυξήσεις του TTF.
Η Ελλάδα παραμένει χαμηλότερα από αρκετές ευρωπαϊκές αγορές
Παρά την άνοδο κατά 46%, η Ελλάδα δεν είχε την υψηλότερη χονδρεμπορική τιμή μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών.
Η τιμή των 153,42 ευρώ/MWh ήταν χαμηλότερη από τις αντίστοιχες τιμές σε:
- Βουλγαρία: 169,90 ευρώ/MWh
- Ρουμανία: 172,58 ευρώ/MWh
- Γερμανία: 176,73 ευρώ/MWh
- Ιταλία: 180,52 ευρώ/MWh
- Αυστρία: 181,46 ευρώ/MWh
- Ουγγαρία: 184 ευρώ/MWh
Η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που περιορίζουν το κόστος στην ελληνική αγορά σε σχέση με αρκετές άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει χαμηλότερη τιμή από άλλες χώρες δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάζεται από τις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου. Όταν οι μονάδες αερίου χρειάζεται να συμμετάσχουν περισσότερο στην παραγωγή, η αύξηση του κόστους τους περνά στη χονδρεμπορική αγορά.
Τα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου
Η άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής σε μία ημέρα δεν σημαίνει αυτόματα ότι θα αυξηθούν τα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου.
Για τη λιανική αγορά μεγαλύτερη σημασία έχει η μέση χονδρεμπορική τιμή ολόκληρου του Αυγούστου. Εξίσου σημαντικό είναι το πόσες ημέρες θα διατηρηθούν οι υψηλές τιμές.
Οι χαμηλότερες τιμές των προηγούμενων ημερών είχαν περιορίσει μέρος της πίεσης που είχε δημιουργηθεί στις αρχές του μήνα. Η επιστροφή, όμως, σε επίπεδα άνω των 150 ευρώ/MWh δημιουργεί νέα δεδομένα.
Εάν οι υψηλές τιμές επαναληφθούν στο δεύτερο μισό του Αυγούστου, το κόστος προμήθειας θα αυξηθεί και θα περιοριστεί η δυνατότητα των προμηθευτών να διατηρήσουν χαμηλά τα κυμαινόμενα τιμολόγια.
Στη διαμόρφωση των τελικών τιμών παίζουν ρόλο και οι στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου που ακολουθεί κάθε προμηθευτής, καθώς και η εμπορική πολιτική κάθε εταιρείας.
Άρα, για τους καταναλωτές το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι η τιμή των 153,42 ευρώ/MWh μιας συγκεκριμένης ημέρας, αλλά η πορεία της αγοράς μέχρι το τέλος του μήνα.
Τι μπορεί να συμβεί τον χειμώνα
Η πορεία των τιμών τον χειμώνα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρώπη και από την εξέλιξη της ζήτησης.
Εάν τα αποθέματα δεν αναπληρωθούν επαρκώς πριν από τον χειμώνα, η αγορά θα είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε νέες αυξήσεις του TTF. Σε μια τέτοια περίπτωση, η επίδραση στην ηλεκτρική ενέργεια θα είναι μεγαλύτερη όταν η παραγωγή από ΑΠΕ δεν επαρκεί.
Τον χειμώνα, η μικρότερη ηλιοφάνεια περιορίζει την παραγωγή των φωτοβολταϊκών. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΑΠΕ θα έχουν συνολικά μικρή συμμετοχή, αλλά αυξάνει την ανάγκη για άλλες πηγές παραγωγής σε συγκεκριμένες ώρες.
Η έλλειψη αποθήκευσης εντείνει αυτή την εξάρτηση, καθώς η φθηνή ενέργεια που παράγεται όταν υπάρχει υψηλή παραγωγή ΑΠΕ δεν μπορεί ακόμη να μεταφερθεί σε επαρκή κλίμακα στις ώρες υψηλής ζήτησης.
Η συζήτηση για την οριακή τιμολόγηση
Η οριακή τιμολόγηση είναι το μοντέλο που χρησιμοποιείται στην αγορά και συνδέει την τιμή με την τελευταία μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση.
Μία εναλλακτική που έχει συζητηθεί είναι το μοντέλο «pay-as-bid», όπου κάθε παραγωγός αμείβεται με βάση την προσφορά που υπέβαλε. Ωστόσο, η αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης δεν θα έλυνε από μόνη της το πρόβλημα της μεταβλητής παραγωγής.
Η ανάγκη κάλυψης της ζήτησης όταν οι ΑΠΕ δεν παράγουν επαρκώς θα παρέμενε, όπως και η ανάγκη για ευέλικτες μονάδες παραγωγής και αποθήκευση.
Για αυτόν τον λόγο, η αποθήκευση αποτελεί μία από τις βασικές τεχνικές λύσεις στο συγκεκριμένο πρόβλημα: επιτρέπει στη φθηνή ενέργεια των ΑΠΕ να χρησιμοποιείται και σε διαφορετική χρονική στιγμή από εκείνη της παραγωγής της.
Η μεγάλη διαφορά κόστους μεταξύ ωρών είναι το βασικό ζήτημα
Η πρόσφατη εξέλιξη δείχνει ότι η υψηλή συμμετοχή των ΑΠΕ και η υψηλή χονδρεμπορική τιμή μπορούν να συνυπάρχουν.
Οι ΑΠΕ μειώνουν σημαντικά την τιμή τις ώρες που υπάρχει μεγάλη παραγωγή. Τα στοιχεία για τιμές ακόμη και 1,10 ευρώ/MWh το αποδεικνύουν. Όταν, όμως, η παραγωγή τους υποχωρεί, η αγορά χρειάζεται άλλες μονάδες για να καλύψει τη ζήτηση. Εάν αυτές είναι μονάδες φυσικού αερίου, το υψηλό κόστος του καυσίμου μπορεί να οδηγήσει την τιμή ακόμη και στα 225,64 ευρώ/MWh.
Έτσι, η μέση τιμή των 153,42 ευρώ/MWh είναι αποτέλεσμα πολύ διαφορετικών τιμών μέσα στο ίδιο 24ωρο.
Το επόμενο ζητούμενο για την ελληνική αγορά είναι να περιοριστεί αυτή η απόσταση μεταξύ των φθηνών και των ακριβών ωρών. Η μεγαλύτερη ανάπτυξη της αποθήκευσης μπορεί να επιτρέψει την αξιοποίηση περισσότερης φθηνής παραγωγής ΑΠΕ όταν η ζήτηση είναι υψηλή και να περιορίσει την ανάγκη για ακριβότερη παραγωγή από φυσικό αέριο.
Παράλληλα, η πορεία των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και η κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων θα παραμείνουν καθοριστικοί παράγοντες για το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος τους επόμενους μήνες.