Home Νέα Τύπος Οι βασικές ρυθμίσεις των συμβάσεων εκμετάλλευσης υδ/κων

Οι βασικές ρυθμίσεις των συμβάσεων εκμετάλλευσης υδ/κων

0
0

Τ​​ην εβδομάδα που πέρασε κατατέθηκαν προς κύρωση από τη Βουλή οι τρεις συμβάσεις μίσθωσης για την παραχώρηση του δικαιώματος έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στις περιοχές του Πατραϊκού Κόλπου, των Ιωαννίνων και του Κατακόλου αντίστοιχα.


Της Αλεξάνδρας Σδούκου
Εφημερίδα Καθημερινή, 31/8/2014


DΗ υπογραφή των μισθωτικών αυτών συμβάσεων αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την Ελλάδα, καθώς επανεκκινεί τη διαδικασία έρευνας υδρογονανθράκων στην ελληνική επικράτεια, δημιουργώντας προϋποθέσεις για ουσιαστική συμμετοχή του εν λόγω κλάδου στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι μπορεί να διαμορφωθεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο για την αξιοποίηση του ορυκτού μας πλούτου με σεβασμό στο περιβάλλον, που θα προσφέρει ισχυρά οικονομικά αντισταθμιστικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες αλλά και σημαντικά δημόσια έσοδα για τον κρατικό προϋπολογισμό.


Με τη θέση σε ισχύ των συμβάσεων αυτών δημιουργείται ένας νέος τομέας της εθνικής οικονομίας και ενισχύεται σημαντικά η θέση της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου. Δεδομένου ότι η εξόρυξη υδρογονανθράκων συνδέεται με το έδαφος ή τον υποθαλάσσιο, κατά περίπτωση, χώρο της επικράτειας, πρόκειται κατ’ ουσίαν για άσκηση εθνικής κυριαρχίας (εντός των χερσαίων ορίων και των χωρικών υδάτων της επικράτειας) και εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί των πηγών υδρογονανθράκων.


Από επιχειρηματικής απόψεως, με τη σύμβαση μίσθωσης ο μισθωτής αναλαμβάνει τις δαπάνες και φέρει τον κίνδυνο των έργων καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης. Οι σχετικές εργασίες εκτελούνται βάσει προγραμμάτων και προϋπολογισμού που υποβάλλονται από τον ιδιώτη μισθωτή στο ελληνικό Δημόσιο και εγκρίνονται από αυτό. Ο μισθωτής υποχρεούται να διαθέτει όλα τα απαιτούμενα για την έρευνα και εκμετάλλευση τεχνικά μέσα, υλικά, προσωπικό και κεφάλαια για τα οποία φέρει αποκλειστικά τον οικονομικό κίνδυνο σε κάθε περίπτωση και ειδικά σε περίπτωση που δεν ανακαλυφθεί εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα ή στην περίπτωση ανεπαρκούς απόδοσης της παραγωγής σε κάποιο κοίτασμα.


Σε περίπτωση ανακάλυψης εμπορικά εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος, ο μισθωτής καθίσταται, από τη γνωστοποίησή της στο Δημόσιο, μισθωτής του δικαιώματος εκμετάλλευσης του κοιτάσματος, υποχρεούμενος και δικαιούμενος να παράγει από αυτό υδρογονάνθρακες και παραπροϊόντα αυτών και να τα διαθέτει είτε αυτούσια είτε κατόπιν επεξεργασίας, που όμως δεν περιλαμβάνει διύλιση. Σε αντάλλαγμα υποχρεούται να καταβάλει στο ελληνικό Δημόσιο το μίσθωμα καθώς και τους προβλεπόμενους φόρους. Η φορολογία εισοδήματος του μισθωτή ανέρχεται σε 20% αλλά ο νόμος προβλέπει και πρόσθετη επιβάρυνση 5% για φόρο υπέρ της Περιφέρειας όπου πραγματοποιείται η επένδυση. Σημειωτέον ότι το μίσθωμα οφείλεται οπωσδήποτε στο Δημόσιο, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή όχι κέρδους από τον μισθωτή, και συμφωνήθηκε σε ποσοστό της αξίας των εξορυσσόμενων υδρογονανθράκων. Το ακριβές ποσοστό διαμορφώνεται βάσει του ύψους της παραγωγής, των γεωγραφικών, γεωλογικών και λοιπών χαρακτηριστικών της περιοχής, αλλά και του συντελεστή εσόδων και εξόδων του μισθωτή.


Η σύμβαση μίσθωσης έχει αρχική διάρκεια για μεν την περίοδο ερευνών 7 ή 8 έτη, για δε για την περίοδο εκμετάλλευσης 25 έτη από την ημερομηνία ανακάλυψης εμπορικά εκμεταλλεύσιμου κοιτάσματος. Ωστόσο η «ζωή» του έργου και τα οφέλη που απορρέουν από αυτό για τη χώρα αναμένεται να διαρκέσουν και πέραν της ανωτέρω ορισθείσας διάρκειας. Οσον αφορά την εθνική οικονομία, τα αναμενόμενα οφέλη από την αύξηση των δημοσίων εσόδων είναι πολλαπλά και ουσιώδη: δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ενίσχυση της τοπικής οικονομίας στην ευρύτερη περιοχή γύρω από τις περιοχές έρευνας και εκμετάλλευσης με την επιβολή περιφερειακού φόρου, εξασφάλιση βιωσιμότητας του ασφαλιστικού μας συστήματος μέσω της δημιουργίας Ταμείου Αλληλεγγύης Γενεών όπου θα κατατίθενται τα έσοδα του Δημοσίου.


Ειδικότερα, σπουδαίο όφελος από την υλοποίηση της σύμβασης μίσθωσης στην εθνική οικονομία –ιδίως στην τοπική οικονομία των Περιφερειών στις οποίες ανήκουν οι τρεις περιοχές– αποτελεί η δημιουργία όχι μόνο νέων θέσεων εργασίας αλλά και ενός νέου τομέα της οικονομίας, από τον οποίο θα προκύψει ανάγκη προμήθειας προϊόντων και υπηρεσιών και εν τέλει αυξημένη κατανάλωση λόγω της πρόσθετης αγοραστικής δύναμης των προσώπων που θα απασχοληθούν στην κατασκευή και λειτουργία του έργου. Σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική, για κάθε άμεση θέση εργασίας που δημιουργείται στον κλάδο των υδρογονανθράκων, διπλασιάζονται οι έμμεσες θέσεις απασχόλησης, αθροίζοντας τελικά κατά μέσο όρο 900-1.000 θέσεις εργασίας ανά γεώτρηση. Εξάλλου, στις συμβάσεις μίσθωσης περιέχεται επίσης όρος, σύμφωνα με τον οποίο ο μισθωτής υποχρεούται στην καταβολή συγκεκριμένου ποσού ετησίως, για την εκπαίδευση και κατάρτιση στελεχιακού δυναμικού της χώρας στον τομέα υδρογονανθράκων.


Αξίζει να σημειωθεί πως όλα τα παραπάνω επιτυγχάνονται χωρίς το ελληνικό κράτος να επιμερίζεται τον κίνδυνο της επένδυσης, αφού το κόστος των μελετών και διερευνητικών γεωτρήσεων βαρύνει αποκλειστικά τους μισθωτές, υποχρεώνοντας αυτούς να επενδύσουν για τις τρεις συγκεκριμένες περιοχές κατ’ ελάχιστον 79 εκατ. ευρώ συνολικά. Από την άλλη, η υλοποίηση της επένδυσης είναι απολύτως εξασφαλισμένη, αφού προβλέπεται ελάχιστο πρόγραμμα εργασιών και οικονομική δέσμευση με έκδοση αντίστοιχης εγγυητικής επιστολής.


Τέλος, ως προς το περιβάλλον, οι συμβάσεις μίσθωσης περιλαμβάνουν το αυστηρότερο ευρωπαϊκό πλέγμα διατάξεων που διασφαλίζει ότι όλες οι εργασίες θα εκτελούνται από τον ιδιώτη και εποπτεύονται από το Δημόσιο ως βέλτιστες πρακτικές της παγκόσμιας εμπειρίας.


Συνολικά θεωρούμενη η υπογραφή των τριών αυτών συμβάσεων μίσθωσης ενισχύει την εξωστρέφεια της χώρας μας στον τομέα της έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στο μέλλον και αποτελεί μία δυναμική μορφή σύμπραξης δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Στα επενδυτικά σχήματα μετέχουν σε σύμπραξη τόσο οι παράγοντες της εγχώριας αγοράς όσο και εκπρόσωποι της διεθνούς πετρελαϊκής βιομηχανίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί απτή απόδειξη της εμπιστοσύνης προς τη χώρα μας σημαντικών διεθνών επενδυτών και της δημιουργίας ενός επενδυτικού περιβάλλοντος, το οποίο στηρίζεται σε ένα σύγχρονο, διαφανές, αποτελεσματικό και ελκυστικό νομοθετικό πλαίσιο, ενώ παράλληλα επιτρέπει την εισαγωγή πολύτιμης επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών.


Ολα τα παραπάνω, που ξεκίνησαν, προώθησαν και ολοκλήρωσαν με απόλυτο επαγγελματισμό, πλήρη χρονική συνέπεια και μεγιστοποίηση των ωφελημάτων για την ελληνική οικονομία μία ολιγομελής ομάδα στελεχών του ΥΠΕΚΑ, αποτελούν, κατά την άποψή μου, σημαντική εθνική παρακαταθήκη για έναν σύγχρονο δημόσιο τομέα που στηρίζει την ανάπτυξη της χώρας, την παραγωγή εθνικού πλούτου και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.


* Η κ. Αλεξάνδρα Σδούκου είναι δικηγόρος, διευθύντρια του γραφείου του υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.