Home Νέα Τύπος Ενεργειακή γεωπολιτική και εξελίξεις στο φυσικό αέριο

Ενεργειακή γεωπολιτική και εξελίξεις στο φυσικό αέριο

0
0

Ο ​​τέως επίτροπος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κ. Γκίντερ Ετινγκερ, λίγο πριν από την ανάληψη των νέων του καθηκόντων (πλέον επίτροπος Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας) υπερθεμάτισε σε άρθρο του την ανάγκη της ενεργειακής ένωσης των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε).


Του K.Ανδριοσόπουλου και Κ. Ξιφαρά,
Καθημερινή 07/12/2014


pipeline03Μεταξύ άλλων υπογράμμισε τη σημασία της ανάπτυξης μιας ενοποιημένης αγοράς ενέργειας, προσανατολιζόμενη πρωτίστως στην υλοποίηση κοινών επενδύσεων που θα αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις μελλοντικές κρίσεις εφοδιασμού και παράλληλα θα διασφαλίσουν τους ευάλωτους καταναλωτές, αναδεικνύοντας την αρχή της αλληλεγγύης, η οποία πρέπει να διέπει τη λειτουργία της Ε.Ε.


Από το 2009 και έπειτα, η Ενεργειακή Ασφάλεια και η Ασφάλεια Τροφοδοσίας έχουν αναχθεί σε απαραίτητα συστατικά της εύρυθμης λειτουργίας της ευρωπαϊκής οικονομίας, της αύξησης της ανταγωνιστικότητας των αγορών και της διατήρησης της πολιτικής σταθερότητας. Η Ε.Ε. ευελπιστεί ότι η διασφάλιση των ανωτέρω μαζί με άλλες πρωτοβουλίες θα συνδράμουν στον επαναπατρισμό των επενδυτικών κεφαλαίων, που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν «διαρρεύσει» στις αγορές της Ανατολής. Από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, εξέχοντα ρόλο στην εξέλιξη των αγορών είχε η δυνατότητα προμήθειας φθηνής ενέργειας και η ασφαλής διαμετακόμισή της. Η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ), οι οποίες κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας με την επανάσταση του «σχιστολιθικού αερίου» (shale gas) καταγράφουν υπερδιπλασιασμό της συνεισφοράς του κλάδου στην αμερικανική οικονομία.


Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ στις τιμές προμήθειας της ενέργειας δηλώνουν ξεκάθαρα το υφιστάμενο ανταγωνιστικό μειονέκτημα της πρώτης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τιμή προμήθειας του βιομηχανικού ρεύματος, η οποία κατά μέσο όρο το 2013 ήταν στην Ε.Ε. (0,0942 ευρώ/KWh) υψηλότερη κατά 85% σε σχέση με την τιμή προμήθειας των ΗΠΑ (0,051 ευρώ/KWh). Τα κύρια αίτια αυτής της διαφοροποίησης είναι η ανάπτυξη του σχιστολιθικού αερίου στις ΗΠΑ που οδήγησε σε αύξηση της εγχώριας παραγωγής και ακολούθως σε σημαντική πτώση της τιμής του φυσικού αερίου.


Αυτή η εξέλιξη είχε και δύο αξιοσημείωτα επακόλουθα, πρώτον ότι οι εισαγωγές υδρογονανθράκων από τον Καναδά (τον μεγαλύτερο ενεργειακό εταίρο των ΗΠΑ) υποχωρούν σταδιακά τα τελευταία χρόνια, και δεύτερον ότι μειώθηκαν κατακόρυφα (σχεδόν εξανεμίστηκαν) οι εισαγωγές Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (ΥΦΑ). Ετσι, ενώ οι ΗΠΑ προετοιμάζονταν τις τελευταίες δύο δεκαετίες να εισάγουν σημαντικές ποσότητες ΥΦΑ και επένδυσαν στην κατασκευή πολλών σταθμών αεριοποίησης, σήμερα βλέπουμε ότι εξαιτίας του σχιστολιθικού αερίου δημιουργήθηκε η ανάγκη μετατροπής των σταθμών αυτών σε σταθμούς υγροποίησης φυσικού αερίου, καθώς και η ανάγκη κατασκευής νέων σταθμών, με σκοπό την εξαγωγή πλέον ΥΦΑ προς τις διεθνείς αγορές. Συγκεκριμένα έως το 2020 αναμένεται να διατεθεί στην παγκόσμια αγορά δυναμικότητα υγροποίησης 82,8 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα (bcm), όταν η συνολική ζήτηση φυσικού αερίου των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε. το 2013 ανήλθε σε 462 bcm.


Τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφεται παγκοσμίως σημαντική μείωση της τιμής του φυσικού αερίου. Αντιθέτως, τα επόμενα χρόνια αναμένεται έκρηξη στη ζήτηση του ΥΦΑ, ενώ η Ευρώπη έως το 2030 αναμένεται να υπερτριπλασιάσει τις ετήσιες εισαγωγές της σε 126 bcm (91 MT) και η Ασία σχεδόν να τις διπλασιάσει στα 536 bcm (388 MT). Μέρος της περίσσειας του αμερικανικού αερίου θα κατευθυνθεί προς τις αγορές αυτές. Η αύξηση του ανταγωνισμού μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας για την προμήθεια φθηνής ενέργειας θα ισχυροποιήσει τις ΗΠΑ στην παγκόσμια πολιτική σκακιέρα, όσο η Ευρώπη θα προσπαθεί να ανακάμψει και οι αγορές της Ασίας (κυρίως η Κίνα) θα μάχονται να διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παράλληλα οι έρευνες υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο θα προσδώσουν στην Ευρώπη μία επιπλέον αγορά προμήθειας πετρελαίου και φυσικού αερίου.


Συνεπώς, η διαπραγματευτική δυναμική της Ευρώπης θα ισχυροποιηθεί σε μέγιστο βαθμό, εφόσον υπάρχει κοινή πολιτική επί των συνολικών αναγκών προμήθειας φυσικού αερίου της Ε.Ε ή ακόμα περισσότερο, εφόσον διαπραγματευτούν ενιαία συμβόλαια προμήθειας σε ενιαία τιμή. Στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα καθίσταται η πλέον ιδανική αγορά μέσω της οποίας δύναται να διαμετακομιστεί ΥΦΑ από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη στην Κεντρική. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο σταθμός ΥΦΑ της Ρεβυθούσας, έπειτα και από τη δεύτερη αναβάθμισή του, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2016, θα αποτελέσει την πλέον ενδεδειγμένη λύση ως η πλησιέστερη πύλη εισόδου στη βαλκανική χερσόνησο. Η υποστήριξη της ανάπτυξης του νοτίου διαδρόμου πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί στρατηγική επιλογή της χώρας μας.


Η «οικοδόμηση» πρωταγωνιστικού ρόλου στις ενεργειακές εξελίξεις, η αναγνώριση της Ελλάδας ως του πλέον αξιόπιστου συνομιλητή στην ευρύτερη περιοχή, και η σύσφιγξη των διπλωματικών σχέσεων με τους εταίρους μας, δεν πρέπει να αποτελούν πρωτοβουλία μονάχα των κυβερνωσών δυνάμεων. Αντιθέτως πρέπει να εντάσσεται στις πρώτες σελίδες του Εθνικού Ενεργειακού Σχεδιασμού, στον οποίο πρέπει να συμφωνήσουμε ως κοινωνία. Η διόγκωση του κράτους και η διατήρηση των μονοπωλίων είναι πρακτικές των οποίων την αναποτελεσματικότητα κατέγραψε η ιστορία. Η Ελλάδα, ως ένα από τα πρώτα μέλη της Ε.Ε., πρέπει να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία της κατάργησης των μονοπωλίων και της αύξησης του ανταγωνισμού. Η αμφισβήτηση των ξένων επενδύσεων πέρα από την πολιτική απομόνωση της χώρας μας, διεμβολίζει την οικονομία από την πορεία της ανάκαμψης, απορρυθμίζει τις αγορές και πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα γύρω από την πολιτική σταθερότητα της πατρίδας μας.


Η υλοποίηση διηπειρωτικών, διακρατικών και εθνικών μεγάλων έργων, τα οποία καθίστανται πραγματικότητα έπειτα από διαβουλεύσεις δεκαετιών, μόνο θετικές επιπτώσεις μπορούν να έχουν στις αγορές των Βαλκανίων. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις προηγμένες αγορές της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης ώστε να αντιληφθεί τη σχέση των επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές με την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.


Λαμβάνοντας δε υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγοράς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι οποίες χαρακτηρίζονται, μεταξύ άλλων, από υψηλή εξάρτηση στην προμήθεια ρωσικού αερίου και μερική εφαρμογή του τρίτου ενεργειακού πακέτου, οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές θα αποτελέσουν τον καταλύτη της απελευθέρωσης των αγορών και τη βάση για τη μελλοντική τους ενοποίηση. Τέτοιου είδους έργα είναι ο Αδριατικός Αγωγός (TAP), η διασύνδεση Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB), η διασύνδεση Βουλγαρίας – Ρουμανίας, η μελλοντική διασύνδεση Ελλάδας – Σκοπίων και η πιθανή κατασκευή νέων σταθμών αποθήκευσης ΥΦΑ στη Βόρεια Ελλάδα.


Η Ευρώπη οφείλει να συνεχίσει ακράδαντα την καθολική εφαρμογή του 3ου ενεργειακού πακέτου, με στόχο την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς, με κοινούς κανόνες λειτουργίας για όλα τα μέλη της και με απώτερο στόχο την αύξηση του ανταγωνισμού. Η περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας και η διασφάλιση της επάρκειας εφοδιασμού αποτελούν μονόδρομο.


Εν κατακλείδι, ο περιφερειακός ρόλος της Ελλάδας στη διασφάλιση της ομαλής τροφοδοσίας των βαλκανικών χωρών (Βουλγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Κροατία, Αλβανία, Σκόπια) θα είναι κομβικός. Η γεωστρατηγική θέση της ελληνικής αγοράς (όντας η πρώτη σε σειρά κατά την εισαγωγή φυσικού αερίου από την Ανατολή) και η μεταρρυθμιστική της πρόοδος σε σχέση με τις γείτονες χώρες, την καθιστούν την πλέον κατάλληλη για την εγκατάσταση και λειτουργία του επονομαζόμενου Κόμβου Διαπραγμάτευσης Φυσικού Αερίου (Gas Hub). Πάνω απ’ όλα όμως απαιτείται εθνική συνεννόηση και ομοψυχία. Το εθνικό συμφέρον προέχει πέραν κάθε πολιτικής σκοπιμότητας.


* Ο κ. Κ. Ανδριοσόπουλος είναι αν. καθηγητής και διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Ενεργειακής Διοίκησης (RCEM.eu) στο ESCP Europe Business School στο Λονδίνο και αντιπρόεδρος Δ.Σ. της ΔΕΠΑ και ο κ. Κ. Ξιφαράς είναι διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΣΦΑ.