Home Νέα Γερμανία: Προτιμότερος ο λιγνίτης

Γερμανία: Προτιμότερος ο λιγνίτης

0
0

ape_4Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ αποδεικνύεται δαπανηρή, καταρρίπτοντας τις προσδοκίες.

Έπειτα από την καταστροφή στη Φουκοσίμα το 2011, που επηρέασε σε  τεράστιο βαθμό τη Γερμανία, η Άνγκελα Μέρκελ αποφάσισε να στραφεί στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καταργώντας τη λειτουργία όλων των πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο στόχος του προγράμματος προβλέπει, έως το 2050, το 80% της ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα να παράγεται από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας).

Ωστόσο, το κλείσιμο των πυρηνικών σταθμών προκάλεσε εξαιρετική αύξηση στην παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη, με αποτέλεσμα το 2013 να αποτελεί, μετά το 1990, τη χρονιά με τη μεγαλύτερη παραγωγή ηλεκτρισμού από την πιο «βρώμικη» πηγή.

Η «στροφή» στις ΑΠΕ λοιπόν, μάλλον συναντά λακκούβες, όχι μόνο λόγω της αύξησης του λιγνίτη αλλά και εξαιτίας των εντάσεων ανάμεσα σε Βερολίνο και Στοκχόλμη. Η σουηδική κρατική ενεργειακή εταιρεία Vattenfall διατηρεί δύο λιγνιτικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Βορειοανατολική Γερμανία. Οι έντονες πιέσεις από την πλευρά του Βερολίνου, προκειμένου η σουηδική εταιρεία να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, δεν την έφεραν σε συμφωνία με τη Στοκχόλμη, η οποία μένει σταθερή στην άποψη ότι κάποια στιγμή πρέπει να κλείσουν οι σταθμοί λόγω του ρυπογόνου καυσίμου.

Βασική θέση του Γερμανού αντικαγκελάριου, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ,  είναι ότι στην περίπτωση κατάργησης των σταθμών, θα χαθούν 16.000 θέσεις εργασίας. Φαίνεται όμως ότι αυτό δεν πτόησε ούτε τον Σοσιαλδημοκράτη σουηδό πρωθυπουργό,  Στέφαν Λέβεν, ούτε τον νέο διευθύνοντα σύμβουλο της Vattenfall, Μάγκνους Χαλ, ο οποίος ανακοίνωσε στις 30 Οκτωβρίου την πώληση της επιχείρησης των λιγνιτωρυχείων και των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργούν στη Γερμανία.

«Η στρατηγική μας είναι σαφής και προβλέπει τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακος και τη μετατροπή των λειτουργιών μας κατά τρόπον ώστε να είναι φιλικότερες προς το περιβάλλον με τη χρησιμοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», δήλωσε ο Χαλ, προσθέτοντας ότι «Το πλέον ρυπογόνο καύσιμο θα επικρατήσει όχι τόσο λόγω της αυξανόμενης χρήσης του στην Κίνα και στις άλλες αναπτυσσόμενες χώρες όσο λόγω της διάδοσής του στις ανεπτυγμένες. Και δη στις ευρωπαϊκές, που λόγω κρίσης – και παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις τους – εγκαταλείπουν τις πιο δαπανηρές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.» Οι ειδικοί της Wood Mackenzie εκτιμούν ότι η παραγωγή γαιανθράκων θα αυξηθεί κατά 20% έως το 2020 καθώς διαβεβαιώνεται από ειδικούς ότι απομένουν 130 χρόνια για να εκμεταλλευτούμε τα αποθέμα λιγνίτη στον πλανήτη, φυσικά χωρίς το αζημίωτο όσον αφορά στη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.

Ο κλάδος του αλουμινίου πλήττεται από τους “πράσινους” κανόνες

Σε ρεπορτάζ των «Financial Times» από το Νόις σημειώνεται ότι «Το ενεργειακό κόστος απειλεί την επιβίωση του ευρωπαϊκού κλάδου αλουμινίου: από το 2007 έχουν κλείσει τα 11 από τα 24 χυτήρια της ΕΕ. Και έκλεισαν εξαιτίας των νέων περιβαλλοντικών ρυθμίσεων της Ένωσης, που έχουν εκτινάξει το ενεργειακό κόστος στα ύψη».

Είναι γεγονός ότι η ευρωπαϊκή παραγωγή αλουμινίου, από το 2007, έχει περιοριστεί κατά 40%, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναγνωρίζει ότι η όλο και πιο αυστηρή περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ έχει αυξήσει το κόστος παραγωγής αλουμινίου κατά 8% τη δεκαετία 2002-2012. Οι επιχειρήσεις του κλάδου, είναι υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μεταφέροντας στον καταναλωτή το υψηλότερο κόστος που αυτές απαιτούν. Το κόστος παραγωγής αλουμινίου μεταφράζεται κυρίως σε ηλεκτρική ενέργεια, η οποία αντιπροσωπεύει το 30% του συνολικού κόστους. Είναι επόμενο λοιπόν, λόγω της πραγματικότητας που έχει δημιουργηθεί, να πλήττεται ο κλάδος και να μειώνεται η ανταγωνιστικότητα.