Μικρότερες ζημιές κατέγραψαν οι εταιρείες πετρελαιοειδών το 2014, έναντι του 2013, με τον συνολικό τζίρο να διαμορφώνεται στα 10,697 εκατ. ευρώ, μειωμένος κατά 2,2%, σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΟΒΕ.
Όπως τονίζεται στα συγκεντρωτικά στοιχεία και τους αριθμοδείκτες 12 εταιρειών του κλάδου, που επεξεργάστηκε η ερευνητική συνεργάτιδα του ΙΟΒΕ Ευγγελία Βαλαβανιώτη, η μείωση του τζίρου αποδίδεται κυρίως στη πτώση των τιμών πωλήσεων των πετρελαιοειδών.
Όσον αφορά στον όγκο πωλήσεων, σημείωσε αύξηση κατά 7% έναντι του 2013, διακόπτοντας τη συνεχή πορεία υποχώρησής του από το 2009.
Τα μικτά κέρδη του 2014 αυξήθηκαν οριακά φτάνοντας στα 385 εκατ., έναντι 373 εκατ. την προηγούμενη χρονιά, σε αντίθεση με το συνολικό κόστος πωληθέντων που μειώθηκε κατά 2,4%.
Αναφορικά με τα επιμέρους μεγέθη του συνολικού κόστους πωληθέντων, παρατηρείται ότι το 2014 το 66,3% αυτού αφορά στο κόστος εισαγωγής CIF, το οποίο –δεδομένου ότι αποτελεί συνάρτηση των διεθνών τιμών πετρελαίου– καταγράφει μείωση κατά 1,4% έναντι του 2013, απορροφώντας μαζί με τους δασμούς και τους φόρους το μεγαλύτερο μερίδιο της μεταβολής του κόστους πωληθέντων. Οι δασμοί και φόροι με ποσοστό 33,2% αποτελούν το δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης του κόστους πωληθέντων. Μικρή είναι η επίδραση του τρίτου παράγοντα, δηλαδή των άμεσων εξόδων αγορών, που συμμετέχουν στο κόστος πωληθέντων με ποσοστό μικρότερο του 1%.
Οι υπόλοιπες δαπάνες των επιχειρήσεων του κλάδου, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, μειώθηκαν το 2014 κατά 2,3% περίπου σε σχέση με το προηγούμενο έτος και διαμορφώθηκαν στα 450 εκατ. έναντι 460 εκατ. το 2013. Από τα επιμέρους στοιχεία των δαπανών σχεδόν όλα σχεδόν σημείωσαν μείωση, με εξαίρεση τα ανόργανα έσοδα/έξοδα.
Το 2014 ο κλάδος παρέμεινε σε ζημιογόνα καθαρά αποτελέσματα, με τις ζημιές να περιορίζονται στα 65,8 εκατ., έναντι 98 εκατ. την προηγούμενη χρονιά.