1. Home
  2. Νέα
  3. Ανεπαρκής η Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή
Ανεπαρκής η Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή

Ανεπαρκής η Συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή

0

climate-changeΣτην παρούσα εκδοχή της, η εφαρμογή της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή δεν θα περιορίσει την υπερθέρμανση του πλανήτη κάτω από 2 βαθμούς Κελσίου μέχρι το 2100, όπως είναι ο στόχος, αφού η θερμοκρασία του πλανήτη στο τέλος του αιώνα θα αυξηθεί κατά 2,7-3,6 βαθμούς Κελσίου. Αυτό είναι το συμπέρασμα νέας έρευνας Αμερικανών επιστημόνων του ΜΙΤ, η οποία μελετά την επίδραση που θα έχει η συμφωνία στις θερμοκρασιακές μεταβολές του πλανήτη.

Η Συμφωνία προέκυψε από την Παγκόσμια συνδιάσκεψη για το Κλίμα (COP21), που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στη γαλλική πρωτεύουσα. Στη συνδιάσκεψη πήραν μέρος 188 χώρες, οι οποίες δεσμεύθηκαν να μειώσουν τις ανθρωπογενείς εκπομπές ρύπων που προκαλούν, με απώτερο στόχο η μέση πλανητική θερμοκρασία να μην αυξηθεί πάνω από 2 βαθμούς Κελσίου μέχρι το 2100, σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Μάλιστα, 175 χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, υπέγραψαν τη συμφωνία τον Απρίλιο, στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών.

Εθνικές δεσμεύσεις

Γι’ αυτό τον σκοπό, κάθε ένα από τα 188 κράτη έχει υποβάλει την Εθνικά Καθορισμένη Συνεισφορά (NDC) του, δηλαδή έναν στόχο για το ποσοστό μείωσης των εκπομπών που δεσμεύεται να πετύχει. Οι εθνικές δεσμεύσεις καλύπτουν τη δεκαετία 2020-2030 και θα παρακολουθούνται με επιστημονικά εργαλεία, ώστε να αναθεωρούνται περιοδικά.

Προς το παρόν, ωστόσο, τα κράτη δεν έχουν κανέναν περιορισμό ως προς τη στρατηγική που θα ακολουθήσουν μετά το 2030. Ως αποτέλεσμα, παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση οι προβλέψεις για την επίδραση που θα έχει η συμφωνία στην κλιματική αλλαγή, μέχρι το 2100.

Ένας τρόπος για να εκτιμηθεί αυτή η επίδραση είναι να υποθέσει κανείς πως οι εθνικές δεσμεύσεις θα παραμείνουν αμετάβλητες τις επόμενες δεκαετίες και, με βάση αυτό το σενάριο, να υπολογίσει την πλανητική θερμοκρασία στα τέλη του αιώνα. Ακολουθώντας αυτή την προσέγγιση, μία ομάδα κλιματικών επιστημόνων και οικονομολόγων του ΜΙΤ, με επικεφαλής τον ερευνητή Andrei Sokolov, βρήκε πως η συμφωνία όντως θα ανακόψει την αυξητική τάση της θερμοκρασίας. Παρ’ όλα αυτά, το 2100 ο πλανήτης θα είναι κατά 1 βαθμό Κελσίου περίπου από τον στόχο.

Ορόσημο το 2030

Πιο συγκεκριμένα οι ερευνητές «έτρεξαν» το υπολογιστικό τους μοντέλο για τον υπολογισμό της θερμοκρασίας στην περίπτωση που δεν υπήρχε καν η συμφωνία. Στην συνέχεια, χρησιμοποίησαν το μοντέλο για να εκτιμήσουν τι θα συνέβαινε σε τρεις διαφορετικές εκδοχές εξέλιξης της συμφωνίας του Παρισιού. Τα σενάρια αυτά ξεκινούσαν από την πιο απαισιόδοξη υπόθεση, σύμφωνα με την οποία δεν θα ληφθεί καμία περαιτέρω πρωτοβουλία μετά το 2030, μέχρι την υπόθεση ότι έως το τέλος του αιώνα θα παραμείνουν σταθερές οι δεσμεύσεις των κρατών.

Υποθέτοντας ότι το κλιματικό σύστημα του πλανήτη ανταποκρίνεται σε μέτριο βαθμό στις ανθρωπογενείς εκπομπές ρύπων, τα τρία σενάρια «έδειξαν» μειώσεις από 0,6 έως και 1,1 βαθμό Κελσίου το 2100, συγκριτικά με τη θερμοκρασία που θα επικρατούσε αν δεν υπήρχε η συμφωνία. Επειδή όμως το κλίμα χρειάζεται αρκετά χρόνια για να ανταποκριθεί στις μειώσεις των εκπομπών, το 2050 η θερμοκρασιακή αύξηση θα έχει ανακοπεί μόλις κατά 0,1 βαθμό Κελσίου και στις τρεις περιπτώσεις.

«Απλώς ένα βήμα»

Επιπλέον, η υπερθέρμανση θα αγγίξει τους 2 βαθμούς Κελσίου το 2053. Και τελικά, το 2100, η θερμοκρασία θα έχει αυξηθεί από 2,7 έως 3,6 βαθμούς Κελσίου πάνω από το προβιομηχανικά επίπεδα. Δύο τιμές που υπερβαίνουν σημαντικά τους 2 βαθμούς Κελσίου, που είναι ο διακηρυγμένος σκοπός της συμφωνίας.

«Η συμφωνία είναι αναμφίβολα ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά μόνο ένα βήμα», λέει στο σάιτ του ΜΙΤ ο Erwan Monier, ένας από τους συντάκτες της μελέτης. «Η αλήθεια είναι πως βάζει την ανθρωπότητα σε τροχιά περιορισμού της υπερθέρμανσης κάτω από τους 3 βαθμούς Κελσίου. Ακόμη όμως διατηρηθούν οι εθνικές δεσμεύσεις στα ίδια επίπεδα και μετά το 2030, η μελέτη μας δείχνει πως κατά 95% ο κόσμος μας το 2100 θα έχει υπερθερμανθεί περισσότερο από 2 βαθμούς Κελσίου».