Carbon Tracker: Έρχεται εκτόξευση των τιμών των δικαιωμάτων ρύπων
Τον υπερδιπλασιασμό των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα εντός των επόμενων ετών προβλέπουν οι ειδικοί, καθώς η άνοδος έχει ήδη ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 2017 και συνεχίζεται με αμείωτους ρυθμούς.
Σύμφωνα με την έκθεση του Carbon Tracker που ανακοινώθηκε χθες Πέμπτη (26/04), οι τιμές των δικαιωμάτων ρύπων είναι πιθανό να φθάσουν στα 15 ευρώ ανά τόνο CO2 στο δεύτερο εξάμηνο του 2018, στα 20 ευρώ/τόνο το 2019 και στα 25-30 ευρώ/τόνο το 2020-21. Ήτοι υπερδιπλάσιες τιμές συγκριτικά με σήμερα!
Μάλιστα, η Carbon Tracker εκτιμά ότι αν η Κομισιόν επιθυμεί να ευθυγραμμιστεί με τους στόχους της συμφωνίας του Παρισιού για το Κλίμα, τότε θα πρέπει οι τιμές να φθάσουν στα 55 ευρώ/τόνο το 2030 (!), επίπεδο που θεωρείται αναγκαίο για να επιτευχθούν οι στόχοι. Παράλληλα, διαπιστώνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση σκοπεύει έως τότε να περιορίσει τις εκπομπές ρύπων κατά 40% σε σχέση με το 1990, αλλά εκτιμά ότι πρέπει να μειωθούν κατά 55% για να επιτευχθούν οι στόχοι του Παρισιού.
Οι μεταρρυθμίσεις στο σύστημα εμπορίας ρύπων της Ευρώπης έχουν οδηγήσει εκτοξεύσει την τιμή των ρύπων, από τα χαμηλά των 4,38 ευρώ/τόνο του Μαίου 2017 στα 13,82 ευρώ/τόνο τον Απρίλιο του 2018, με αποτέλεσμα οι ρύποι να αναδειχθούν στο αποδοτικότερο εμπορεύσιμο ενεργειακό αγαθό της χρονιάς!
Επιπρόσθετα, η έκθεση υπογραμμίζει ότι οι τιμές του διοξειδίου του άνθρακα θα πρέπει να κυμανθούν από 45 έως 55 ευρώ/τόνο για εύλογο χρονικό διάστημα, ούτως ώστε να εξαναγκαστούν τα ανθρακικά και λιγνιτικά εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ να βγουν από την αγορά και οι εκπεμπόμενοι ρύποι να περιοριστούν στα επίπεδα που προβλέπει η συμφωνία του Παρισιού για να διατηρηθεί η ανόδος της θερμοκρασίας κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου.
Οι αναλυτές πάντως προειδοποιούν πως το μέλλον είναι ζοφερό για τις μονάδες φυσικού αερίου, καθώς κι εκείνες που εκπέμπουν CO 2, σε μικρότερες βέβαια ποσότητες, περίπου στο 1/2 μίας αποτελεσματικής ανθρακικής μονάδας. Αν μάλιστα εφαρμοστεί η συμφωνία για το Κλίμα, το πολύ έως το 2040 πολλές μονάδες φυσικού αερίου θα βγουν εκτός αγοράς, με κάποιες να παραμένουν ως εφεδρικές.