1. Home
  2. Θεσμικοί
  3. φορείς
  4. Αλ. Σδούκου: Μεγάλα οφέλη από την ανάπτυξη και διασύνδεση των αγορών ενέργειας της Κεντρικής και Noτιοανατολικής Ευρώπης
Αλ. Σδούκου: Μεγάλα οφέλη από την ανάπτυξη και διασύνδεση των αγορών ενέργειας της Κεντρικής και Noτιοανατολικής Ευρώπης

Αλ. Σδούκου: Μεγάλα οφέλη από την ανάπτυξη και διασύνδεση των αγορών ενέργειας της Κεντρικής και Noτιοανατολικής Ευρώπης

0

Την προστιθέμενη αξία του CESEC (Eνεργειακή Διασύνδεση Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης) για την ανάπτυξη και διασύνδεση των περιφερειακών αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας ανέδειξε η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Αλεξάνδρα Σδούκου που εκπροσώπησε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας στην Υπουργική Διάσκεψη του CESEC που πραγματοποιήθηκε μέσω τηλεδιάσκεψης στις 2 Οκτωβρίου.

Η κ. Σδούκου τάχθηκε επίσης υπέρ της περαιτέρω δραστηριοποίησης του CESEC στην προώθηση των ΑΠΕ, των καινοτόμων πράσινων τεχνολογιών όπως του υδρογόνου, καθώς και στην απανθρακοποίηση του τομέα φυσικού αερίου.

To CESEC αποτελεί ένα από τα τέσσερα περιφερειακά σχήματα συνεργασίας της ΕΕ για την ενέργεια με την συμμετοχή 9 κρατών-μελών της Ένωσης (Ελλάδα, Αυστρία, Βουλγαρία, Κροατία, Ουγγαρία, Ιταλία, Ρουμανία, Σλοβακία και Σλοβενία) και 8 συμβαλλόμενων μερών της Ενεργειακής Κοινότητας (Ουκρανία, Δημοκρατία της Μολδαβίας, Σερβία, Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κοσσυφοπέδιο και Μαυροβούνιο).

Κατά την διάρκεια της Διάσκεψης  ο κ. Francesco La Camera, Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (IRENA), παρουσίασε τα βασικά ευρήματα ανάλυσης, η οποία αναδεικνύει το μεγάλο δυναμικό ΑΠΕ στην περιοχή του CESEC, καθώς και τις ευκαιρίες που συνεπάγεται η ανάπτυξη των ΑΠΕ για την αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης, την μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων του θερμοκηπίου, του ενεργειακού κόστους και της χρήσης (εισαγόμενων) ορυκτών καυσίμων.

Η Εκπρόσωπος του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (International Energy Agency) κα Mechthild Worsdorfer παρουσίασε τις σημαντικότερες προκλήσεις για τον κλάδο του φυσικού αερίου στο άμεσο μέλλον, οι οποίες είναι: α. η δραστική μείωση των διαρροών μεθανίου στο φυσικό περιβάλλον από εγκαταστάσεις φυσικού αερίου, β. η αύξηση της παραγωγής και χρήσης βιομεθανίου, γ. η αξιοποίηση της τεχνολογίας αποθήκευσης άνθρακα (CCUS) για την βιομηχανία και την ηλεκτροπαραγωγή και δ. η χρήση του υδρογόνου ιδίως στις μεταφορές και την βιομηχανία.

Ακολούθησε παρουσίαση για τις πρακτικές εφαρμογές του υδρογόνου στην οικονομία, του κ. Bart Biebuyck από το Fuel Cells and Hydrogen Joint Undertaking της ΕΕ.

Τέλος, πραγματοποιήθηκε συζήτηση μεταξύ των Υπουργών με θέμα τις νέες τεχνολογίες από-ανθρακοποίησης του τομέα του φυσικού αερίου  στην περιοχή του CESEC. Όπως επισήμανε η κ. Σδούκου, «Υποστηρίζουμε τις έως σήμερα εργασίες του CESEC στους τομείς φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας. Ταυτόχρονα, θεωρούμε απαραίτητο να επιταχύνουμε το βηματισμό μας στους τομείς των ΑΠΕ και της ενεργειακής απόδοσης. Έχουμε θέσει φιλόδοξους στόχους στο Εθνικό μας Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα και είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε με τους γείτονές μας για την υλοποίησή τους. Η Μελέτη REmap του IRENA, σχετικά με τις δυνατότητες των ΑΠΕ στην περιοχή του CESEC έρχεται έγκαιρα να υποστηρίξει τις προσπάθειές μας. Αν και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα κύρια μέσα μας για την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας το 2050 είναι η ενεργειακή απόδοση και ΑΠΕ, θεωρούμε ότι το φυσικό αέριο θα εξακολουθήσει να παίζει ρόλο τα επόμενα χρόνια ως καύσιμο μετάβασης. Επομένως, θα πρέπει να βρούμε τρόπους για να μειώσουμε τις εκπομπές αερίων ρύπων του θερμοκηπίου στον τομέα του φυσικού αερίου. διευκολύνοντας την εφαρμογή τεχνολογιών καθαρής ενέργειας για το αέριο, όπως η σύζευξη τομέων, η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (CCUS), το υδρογόνο, τα συνθετικά αέρια, το βιώσιμο βιοαέριο, ειδικά για τομείς όπως η βιομηχανία, η θέρμανση και οι μεταφορές βαρέων οχημάτων. Θα πρέπει να αναμορφώσουμε τη λειτουργία των ενεργειακών υποδομών, να επιταχύνουμε την ψηφιοποίησή τους, να δημιουργήσουμε νέες υποδομές όπου χρειάζεται και να συμφωνήσουμε σε νέες κοινά αποδεκτές προδιαγραφές νέων πηγών ενέργειας, όπως το υδρογόνο».