Στο πλαίσιο αυτό, το Bloomberg θέτει μια σειρά από καίρια ερωτήματα, όπως το ποιος θα παρέμβει για να καλύψει αυτό το τεράστιο κενό εφοδιασμού; Θα είναι αρκετό ή  μήπως το μπλοκ οδεύει προς μία κρίση καυσίμων;

Όπως επισημαίνεται, η ΕΕ εισήγαγε περίπου 220 εκατομμύρια πετρελαίου diesel από τη Ρωσία πέρυσι, σύμφωνα με στοιχεία της Vortexa Ltd. Το καύσιμο αυτό είναι ζωτικής σημασίας για την ευρωπαϊκή οικονομία, τροφοδοτώντας αυτοκίνητα, φορτηγά, πλοία, βιομηχανικό εξοπλισμό και πολλά άλλα.

Γι’ αυτό, η αντικατάσταση τόσο μεγάλης ποσότητας ρωσικών καυσίμων -φανταστείτε περίπου 14.000 πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων γεμάτες diesel- είναι μια μεγάλη πρόκληση.

Ηδη, έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος. Το 2021, περισσότερες από τις μισές θαλάσσιες αποστολές προς την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο  -το οποίο έχει ήδη επιβάλει απαγόρευση- προέρχονταν από τη Ρωσία, ενώ μέχρι τον περασμένο Δεκέμβριο, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σε περίπου 40%, εν μέρει χάρη στις αυξήσεις εισαγωγών από τη Σαουδική Αραβία και την Ινδία.

Κοιτάζοντας με αισιοδοξία το μέλλον, το Bloomberg τονίζει πως υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι και οι υπόλοιπες ρωσικές προμήθειες μπορούν να καλυφθούν από αλλού. «Οι χαμένες ρωσικές προμήθειες θα αντικατασταθούν», δήλωσε ο Γιουτζίν Λίντελ, επικεφαλής διυλισμένων προϊόντων στην Facts Global Energy.

Ωστόσο, η εξέλιξη αυτή απέχει πολύ από το να είναι εγγυημένη.

Το πιο προφανές μέρος όπου η Ευρώπη μπορεί να απευθυνθεί και να αποκτήσει περισσότερο diesel είναι η Μέση Ανατολή: είναι αρκετά κοντά, ιδιαίτερα στις χώρες που συνορεύουν με τη Μεσόγειο Θάλασσα και διαθέτει τεράστια νέα διυλιστήρια πετρελαίου που έρχονται στο προσκήνιο. Η Abu Dhabi National Oil Co. έχει ήδη προχωρήσει σε συμφωνία με τη Γερμανία.

Την ίδια ώρα, η Ινδία και οι ΗΠΑ έχουν επίσης αυξήσει τις αποστολές προς την ΕΕ τις τελευταίες εβδομάδες, αλλά -όπως επισημαίνεται- ο σημαντικότερος πιθανός «παίχτης», έστω και έμμεσα, μπορεί να αποδειχθεί η Κίνα. «Η πολιτική της Κίνας αλλάζει το παιχνίδι», δήλωσε ο Μαρκ Γουίλιαμς, διευθυντής ερευνών της Wood Mackenzie Ltd. Η χώρα «κρατά το κλειδί για όλη την πλεονάζουσα ικανότητα διύλισης παγκοσμίως».

Οι εξαγωγές καυσίμου τύπου diesel από την Κίνα θα μπορούσαν να φτάσουν στα 400.000 έως 600.000 βαρέλια την ημέρα μέχρι το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους. Αυτός είναι ένας όγκος παρόμοιος με αυτόν που αναμένεται να χάσουν αυτή τη στιγμή η ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τις θαλάσσιες παραδόσεις από τη Ρωσία.

Ωστόσο, είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ότι η Κίνα έχει επιλέξει μερικές φορές να δώσει προτεραιότητα στα «του οίκου της» της έναντι του κέρδους από την εξαγωγή καυσίμων. Θα μπορούσε να το κάνει ξανά.

Όμως, ενώ υπάρχουν πολλές επιλογές επανατροφοδότησης για την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει επίσης μια δυνητικά ευρύτερη ανησυχία: μπορεί οι κυρώσεις της ΕΕ να οδηγήσουν στην εξαφάνιση από την παγκόσμια αγορά των ρωσικών βαρελιών diesel.

Εάν η Ρωσία δεν είναι σε θέση να βρει αρκετούς νέους αγοραστές εκτός ΕΕ για τα καύσιμα της, τι θα γίνει; Εάν επρόκειτο να μειώσει κατά συνέπεια την παραγωγή στα διυλιστήρια της, αυτό θα μπορούσε να περιορίσει τις παγκόσμιες προμήθειες,  ανεβάζοντας τις τιμές.

Ο Lindell αναμένει ότι οι ροές diesel της χώρας θα μειωθούν τον επόμενο μήνα και τον Μάρτιο, καθώς τίθενται σε ισχύ οι κυρώσεις. Ακόμα κι αν υπάρχουν πολλοί πρόθυμοι αγοραστές, η απόσυρση των καυσίμων από τη Ρωσία μπορεί να είναι μια πρόκληση. Πολλοί ναυλωτές θα είναι επιφυλακτικοί για την παραβίαση των δυτικών κυρώσεων, ενώ εάν το επικείμενο ανώτατο όριο τιμών τεθεί πολύ κάτω από το επίπεδο της αγοράς, τότε μεγάλο μέρος του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να μεταφέρει ρωσικά φορτία εάν θέλει να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες των G-7, όπως η ασφάλιση.

Ενα άλλο βασικό ερώτημα έχει να κάνει με τη ζήτηση και πόσο ισχυρή θα είναι στο μέλλον. Ο ζεστός καιρός στην Ευρώπη αναμφίβολα βοήθησε, πιθανώς μειώνοντας την κατανάλωση πετρελαίου θέρμανσης —ένα καύσιμο τύπου diesel— και μειώνοντας την τιμή του φυσικού αερίου, γεγονός που θεωρητικά καθιστά φθηνότερο για τα διυλιστήρια πετρελαίου την παραγωγή diesel υψηλής ποιότητας.

«Μια μακροοικονομική επιβράδυνση μειώνει σταδιακά την ευρωπαϊκή ζήτηση diesel», δήλωσε ο Μπενεντικτ Τζορτζ, αναλυτής στην Argus. «Τα στοιχεία ανά χώρα δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή ζήτηση diesel έχει ήδη μειωθεί τουλάχιστον κατά 5% από έτος σε έτος. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης του 2008, η ζήτηση diesel μειώθηκε κατά περίπου 10%».

Ο ρόλος των ενδιάμεσων χωρών δεν πρέπει επίσης να υποτιμηθεί. Η Τουρκία, για παράδειγμα, η οποία δεν είναι μέρος της ΕΕ, θα μπορούσε θεωρητικά να εισάγει μεγάλες ποσότητες ρωσικού diesel —χρειάζεται ήδη μια σημαντική ποσότητα— και στη συνέχεια να το χρησιμοποιήσει για να προμηθεύσει την εγχώρια αγορά της.

Το μη ρωσικό diesel που παράγουν στη συνέχεια τα δικά της διυλιστήρια θα μπορούσε να πωληθεί στην ΕΕ, ενδεχομένως σε πολύ υψηλότερη τιμή.

«Μια παρατεταμένη οικονομική επιβράδυνση, ο ζεστός καιρός, οι υψηλότερες κινεζικές εξαγωγές και το ανώτατο όριο τιμών θα βοηθούσαν τις παγκόσμιες ισορροπίες diesel να παραμείνουν ζωντανές» και θα έδιναν στην Ευρώπη αρκετές επιλογές αντικατάστασης», δήλωσε από την πλευρά του ο Χέντι Γκρατί, αξιωματούχος της S&P Global Commodity Insights. «Όσο υψηλότερη είναι η ζήτηση και όσο πιο απότομα μειώνεται η ρωσική παραγωγή diesel, τόσο πιο περίπλοκα θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα», πρόσθεσε.