ΔΕΗ και Metlen ετοιμάζονται για παραγωγή ενέργειας από απορρίμματα
Οι δύο κυρίαρχοι ενεργειακοί όμιλοι στην Ελλάδα, ΔΕΗ και Metlen, συνεργάζονται στρατηγικά με σκοπό την αξιοποίηση των απορριμμάτων για την παραγωγή ενέργειας.
Η πρωτοβουλία επικεντρώνεται στη δημιουργία μονάδων παραγωγής ενέργειας από απορρίμματα σε στρατηγικές τοποθεσίες με προορισμό ενσωμάτωσης στο δίκτυο ενεργειακής αξιοποίησης που έχει καθοριστεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Οι προτεινόμενες τοποθεσίες περιλαμβάνουν τα παλαιά λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ σε Κοζάνη και Πτολεμαΐδα, καθώς και τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις της Metlen στη Βοιωτία, όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της Αλουμίνιον της Ελλάδας.
Το σχέδιο περιλαμβάνει την εγκατάσταση έξι μονάδων σε όλη την Ελλάδα, μία στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (Ροδόπη), μία στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας (πρόταση της ΔΕΗ), μία στην περιοχή της Αρκαδίας, Ηλείας ή Αχαΐας για την κάλυψη της Πελοποννήσου ή της Δυτικής Ελλάδας, μία στη Βοιωτία (πρόταση της Metlen), μία στην Περιφέρεια Αττικής και μία στο Ηράκλειο, πιθανώς στο Πάρκο Κυκλικής Οικονομίας για την Κρήτη.
Εκτός από τη ΔΕΗ και τη Metlen, και άλλοι μεγάλοι ενεργειακοί παίκτες ενδέχεται να δραστηριοποιηθούν. Εταιρείες όπως η Motor Oil, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και η Μεσόγειος φημολογείται ότι εξετάζουν έργα αξιοποίησης αποβλήτων. Η Μεσόγειος φέρεται να βρίσκεται σε συνομιλίες με τη ΜΕΤΚΑ για μια μονάδα αξιοποίησης απορριμμάτων στην περιοχή της Ξάνθης.
Η καύση θεωρείται μια ώριμη τεχνολογία για την ανάκτηση ενέργειας από απορρίμματα, προσφέροντας υψηλή απόδοση και χαμηλό περιβαλλοντικό αντίκτυπο. Αυτή η διαδικασία χρησιμοποιεί υψηλές θερμοκρασίες (850°C – 1.500°C) για την οξείδωση και τη διάσπαση των οργανικών στοιχείων, μειώνοντας τον όγκο των αποβλήτων προς υγειονομική ταφή πάνω από 90%, σύμφωνα με την εθνική στρατηγική μείωσης των αποβλήτων
Μια μελέτη της Enviroplan και της ΕΠΤΑ για το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιβεβαιώνει ότι η παραγωγή ενέργειας από απορρίμματα είναι εφικτή αλλά και αναγκαία. Οι εκτιμώμενες ποσότητες δευτερογενών καυσίμων είναι περίπου 1,2-1,3 εκατομμύρια τόνοι ετησίως, με ένα μέρος (περίπου 414.000 τόνους) για εφαρμογές υψηλής θερμογόνου αξίας και το υπόλοιπο για μονάδες ενεργειακής αξιοποίησης.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διακυβέρνηση αυτών των έργων αναπτύσσεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Τα έσοδα θα προέρχονται κυρίως από τις πωλήσεις ηλεκτρικής ενέργειας (περίπου 155 € ανά μεγαβατώρα) και τα gate fees (περίπου 80 € ανά τόνο), με πρόσθετα έσοδα από τις πωλήσεις scrap μετάλλων. Το gate fee μπορεί να μειωθεί καθώς αυξάνεται η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Το τελικό κόστος της καύσης προβλέπεται να είναι παρόμοιο με αυτό της υπόλοιπης ΕΕ, 150-200 € ανά τόνο. Θα παρέχεται στήριξη για το μέρος της παραγόμενης ενέργειας που θεωρείται ανανεώσιμη (εκτιμάται στο 57,4% του καυσίμου), ενώ το υπόλοιπο 42,5% θα αποζημιώνεται με βάση τη χονδρική τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.
Σε ό,τι αφορά το χρονοδιάγραμμα, θεσμικές παρεμβάσεις αναμένονται το 2025, τα έργα θα προκηρυχθούν το 2026 και οι εργασίες προβλέπεται να ξεκινήσουν έως το 2030, μετά από μια τριετή περίοδο κατασκευής και δοκιμαστικής λειτουργίας.