Ηλεκτρισμός: Τα αίτια των υψηλών τιμών και προτάσεις για στρατηγική επανεκκίνηση
H ελληνική αγορά ηλεκτρισμού έχει με σταθερότητα υψηλότερες χονδρικές τιμές σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι κρατικές επιδοτήσεις που κρατούν τις λιανικές τιμές χαμηλότερες για τους καταναλωτές. Ανάμεσα στους κύριους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό είναι η αυξημένη εξάρτηση από το φυσικό αέριο, η ανεπαρκής αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας λόγω περιορισμών στο δίκτυο και στην αποθήκευση, καθώς και η περιορισμένη διασύνδεση με άλλες αγορές.
Η ελληνική χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας συγκαταλέγεται διαχρονικά στις ακριβότερες της Ευρώπης. Ειδικότερα, κατά το α’ τρίμηνο του 2025, η μέση χονδρική τιμή στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 144,6 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή 44,6% υψηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο των 100 ευρώ/MWh. Αυτή η διαφορά δεν είναι τυχαία, καθώς η ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων χωρών όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και η Ιταλία, αντιμετωπίζει παρόμοια υψηλά επίπεδα τιμών. Η επιμονή αυτών των υψηλών τιμών έχει οδηγήσει στη δημιουργία ειδικής Task Force της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάλυση των αιτιών των στρεβλώσεων.
Το φυσικό αέριο λειτουργεί ως ρυθμιστής της οριακής τιμής (marginal price) στην αγορά. Σύμφωνα με τα στοιχεία, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, υπήρξε έντονη αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα, γεγονός που καθιστά την τιμή ρεύματος στη χονδρική ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις της τιμής του φυσικού αερίου, η οποία παραμένει ασταθής και επιρρεπής σε γεωπολιτικούς κινδύνους. Αυτό αντικατοπτρίζει μια γενικότερη τάση στην ΕΕ, όπου το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή αυξήθηκε.
Παρά την ανάπτυξη του δυναμικού ΑΠΕ στην Ελλάδα, υπάρχουν προβλήματα επάρκειας και ευστάθειας του δικτύου μεταφοράς και διανομής, καθώς και περιορισμοί στους μηχανισμούς αποθήκευσης ενέργειας. Αυτό δεν επιτρέπει πάντα την αξιοποίηση του φθηνότερου πράσινου ρεύματος στο σύστημα, με αποτέλεσμα, ακόμη και τις ημέρες με υψηλή παραγωγή ΑΠΕ, το σύστημα να μην μπορεί να απορροφήσει τη φθηνή ενέργεια και να συνεχίζει να στηρίζεται σε θερμική παραγωγή. Παράλληλα, το ποσοστό συμμετοχής των ΑΠΕ στην ΕΕ υποχώρησε.
Επιπλέον, η ανεπαρκής διασύνδεση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές περιορίζει την εισαγωγή φθηνότερης ενέργειας, συμβάλλοντας στις υψηλές τιμές.
Και παρά τις μεταρρυθμίσεις, το target model εξακολουθεί να επιβαρύνεται από συνθήκες περιορισμένου ανταγωνισμού στην αγορά.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τη χονδρική, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη μέση τιμή στη λιανική αγορά σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (237,3 ευρώ/MWh έναντι 255 ευρώ/MWh στην ΕΕ το α’ τρίμηνο του 2025). Ωστόσο, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην κρατική επιδότηση τιμολογίων, τη διοικητική παρέμβαση μέσω πλαφόν στη χονδρική και τους μηχανισμούς επιστροφής υπερεσόδων, και όχι στην ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς. Πρόκειται, δηλαδή, για μια τεχνητή αποκλιμάκωση των τιμών προς τον καταναλωτή.
Οι υψηλές χονδρικές τιμές στην Ελλάδα δεν είναι μόνο ζήτημα κόστους για τον καταναλωτή, αλλά και ζήτημα ανταγωνιστικότητας για την ελληνική βιομηχανία και την εθνική οικονομία συνολικά. Η μετατροπή της χώρας σε ενεργειακό κόμβο δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τόσο ακριβό ρεύμα.
Η ενίσχυση των δικτύων μεταφοράς και αποθήκευσης για καλύτερη απορρόφηση των ΑΠΕ είναι από τις πρώτες δράσεις για αντιμετώπιση των υψηλών χονδρικών τιμών στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την επίτευξη μιας στρατηγικής επανεκκίνησης.
Η ανεπαρκής διασύνδεση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές είναι ένα από τα βασικά αίτια των υψηλών τιμών, καθώς περιορίζει την εισαγωγή φθηνότερης ενέργειας. Η προώθηση των διασυνδέσεων, τόσο με τα Βαλκάνια όσο και με την Κεντρική Ευρώπη κρίνεται απαραίτητη.
Βέβαια, ο ίδιος ο μηχανισμός τιμολόγησης χρειάζεται αναδιαμόρφωση, ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το κόστος των ΑΠΕ και να μειώνει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο. Η υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο λειτουργεί ως ρυθμιστής της οριακής τιμής και καθιστά την τιμή ρεύματος ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις της τιμής του.
Απαραίτητη κρίνεται και η δημιουργία μόνιμων εργαλείων στήριξης των ευάλωτων καταναλωτών, τα οποία να μην αλλοιώνουν τη λειτουργία της αγοράς. Η τρέχουσα χαμηλότερη τιμή λιανικής στην Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο οφείλεται σε κρατικές επιδοτήσεις, διοικητική παρέμβαση και μηχανισμούς επιστροφής υπερεσόδων, αποτελώντας μια τεχνητή αποκλιμάκωση τιμών που δεν προκύπτει από ανταγωνιστικές δυνάμεις.