Η αντίφαση της ελληνικής ενέργειας: Φθηνή παραγωγή – ακριβοί λογαριασμοί
Η Ελλάδα καταγράφει ρεκόρ εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας και αυξημένη παραγωγή από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ωστόσο οι Έλληνες καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν υψηλούς λογαριασμούς. Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει μια κεντρική αντίφαση της ενεργειακής αγοράς: η φθηνή παραγωγή δεν μεταφράζεται σε φθηνό ρεύμα.
Το 2024, η Ελλάδα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας για πρώτη φορά μετά από δύο δεκαετίες. Οι εξαγωγές κινούνται σε επίπεδα ρεκόρ, αυξημένες έως και 25 φορές σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εννέα στις δέκα ημέρες η χώρα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια, ενώ το όφελος για το εμπορικό ισοζύγιο εκτιμάται σε περίπου 550 εκατ. ευρώ.
Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, η συνολική εγκατεστημένη ισχύς των οποίων ξεπερνά πλέον τα 16 GW. Παρά την αφθονία πράσινης ενέργειας, το κόστος για τα νοικοκυριά και τη βιομηχανία παραμένει υψηλό.
Γιατί η φθηνή ενέργεια δεν μειώνει τους λογαριασμούς
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η αιτία βρίσκεται στη δομή και στο συνολικό κόστος του ενεργειακού συστήματος. Ο αντιπρόεδρος της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), Δημήτρης Φούρλαρης, τονίζει ότι «η φθηνή παραγωγή δεν σημαίνει φθηνό σύστημα».
Οριακή τιμολόγηση και ο ρόλος του φυσικού αερίου
Παρότι οι ΑΠΕ καλύπτουν πάνω από το 45% της ηλεκτροπαραγωγής, η τελική τιμή στη χονδρεμπορική αγορά καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για την ισορροπία του συστήματος. Συνήθως πρόκειται για μονάδες φυσικού αερίου, το οποίο λειτουργεί ως καύσιμο αναφοράς.
Το αποτέλεσμα είναι οι τιμές να παραμένουν υψηλές, ακόμη και όταν υπάρχει μεγάλη παραγωγή από φθηνές πηγές. Σε ορισμένες ώρες παρατηρούνται αρνητικές τιμές το μεσημέρι, αλλά το βράδυ η χονδρική τιμή ανεβαίνει, καθώς ενεργοποιούνται οι ακριβές μονάδες.
Υψηλό κόστος υποδομών και εξισορρόπησης
Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε δίκτυα μεταφοράς, αποθήκευση, ευέλικτες μονάδες και ψηφιακά συστήματα παρακολούθησης. Το αυξημένο κόστος κεφαλαίου, λόγω των επιτοκίων στην Ευρωζώνη, επιβαρύνει τους καταναλωτές μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Παράλληλα, η ανάγκη για εξισορρόπηση του συστήματος, δηλαδή για εφεδρείες και μονάδες που εξασφαλίζουν σταθερότητα, προσθέτει επιπλέον κόστος στο συνολικό ενεργειακό μείγμα.
Ανεπαρκή δίκτυα και αποθήκευση
Η χώρα παράγει πράσινη ενέργεια σε χαμηλό κόστος, αλλά η έλλειψη υποδομών αποθήκευσης και δικτύων μεταφοράς οδηγεί σε απώλειες. Οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ είναι πλέον συχνές, καθώς το σύστημα δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την ενέργεια που παράγεται. Η απώλεια αυτή μεταφράζεται σε οικονομικό βάρος για τον καταναλωτή.
Η ανάπτυξη έργων αποθήκευσης είναι κρίσιμη ώστε η ενέργεια των μεσημεριανών ωρών να μπορεί να χρησιμοποιείται τις βραδινές ώρες, όταν η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονται.
Απουσία Μακροχρόνιων Συμβολαίων (PPAs)
Η φθηνή ενέργεια των ΑΠΕ παραμένει «εγκλωβισμένη» στην παραγωγή, επειδή δεν υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί για να περάσει απευθείας στους καταναλωτές.
Ο πρόεδρος του ΕΣΠΕΝ, Μίλτος Ασλάνογλου, επισημαίνει ότι η λύση βρίσκεται στην ενίσχυση των διμερών συμβάσεων προμήθειας, γνωστών ως PPAs (Power Purchase Agreements). Τα PPAs εξασφαλίζουν σταθερές τιμές για μακρό χρονικό διάστημα και περιορίζουν τις διακυμάνσεις της αγοράς.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, τα PPAs καλύπτουν μόλις το 5% της παραγωγής, ενώ για μια πλήρως λειτουργική αγορά θα έπρεπε να αντιστοιχούν στο 70%-80% του χαρτοφυλακίου των προμηθευτών.