Υδρογονάνθρακες: το πρόγραμμα θαλάσσιων γεωτρήσεων Ιονίου και Κρήτης έως το 2033
Η κοινοπραξία Chevron – HELLENiQ ENERGY εισέρχεται σε φάση συστηματικών ερευνών υδρογονανθράκων, μετά τις σχετικές υπογραφές, σε τέσσερις υπεράκτιες παραχωρήσεις του Ιονίου και της Κρήτης, με επενδυτικό πρόγραμμα που μπορεί να προσεγγίσει το 1 δισ. ευρώ έως την ολοκλήρωση της ερευνητικής περιόδου. Το σχέδιο προβλέπει τρεις διαδοχικές φάσεις ερευνών και έως δέκα ερευνητικές γεωτρήσεις, με χρονικό ορίζοντα πιθανής παραγωγής την περίοδο 2032–2035, εφόσον εντοπιστούν αξιοποιήσιμα κοιτάσματα φυσικού αερίου.
Οι νέες παραχωρήσεις αυξάνουν σημαντικά την έκταση των περιοχών υπό εξερεύνηση, καλύπτοντας πλέον περίπου το 71 % της ελληνικής επικράτειας σε θαλάσσιες ζώνες του Ιονίου και νότια της Κρήτης. Η γεωγραφική αυτή διεύρυνση μεταβάλλει το εύρος της ερευνητικής δραστηριότητας στη χώρα, η οποία μέχρι σήμερα περιοριζόταν σε μικρότερο αριθμό blocks.
Τρεις φάσεις έως τις γεωτρήσεις
Το ερευνητικό πρόγραμμα διαρθρώνεται σε επταετή κύκλο τριών φάσεων.
Η πρώτη φάση, διάρκειας τριών ετών, περιλαμβάνει δισδιάστατες σεισμικές έρευνες στα περισσότερα οικόπεδα, με στόχο τη χαρτογράφηση γεωλογικών δομών. Στο block «Α2» προβλέπεται επιτάχυνση της διαδικασίας με απευθείας τρισδιάστατη απεικόνιση από το τέλος του 2026.
Η δεύτερη φάση, διάρκειας δύο ετών, αφορά εκτεταμένες τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες και επεξεργασία δεδομένων για την επιλογή στόχων γεώτρησης.
Η τρίτη φάση, επίσης δύο ετών, περιλαμβάνει τις ερευνητικές γεωτρήσεις, εφόσον τα γεωφυσικά στοιχεία τεκμηριώνουν πιθανότητα ύπαρξης κοιτασμάτων. Το πρόγραμμα των παραχωρήσεων Chevron – HELLENiQ ENERGY προβλέπει γεωτρήσεις την περίοδο 2031–2033.
Το κόστος κάθε γεώτρησης σε μεγάλα θαλάσσια βάθη εκτιμάται περίπου στα 100 εκατ. ευρώ, γεγονός που εξηγεί το συνολικό επενδυτικό μέγεθος της φάσης γεωτρήσεων.

Το χρονοδιάγραμμα έως την παραγωγή
Το εθνικό πρόγραμμα ερευνών υδρογονανθράκων, όπως έχει διαμορφωθεί από την ΕΔΕΥΕΠ, προβλέπει σειρά γεωτρήσεων σε Ιόνιο και Κρήτη από το 2027 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030. Για τα νέα blocks της κοινοπραξίας, η έναρξη παραγωγής τοποθετείται χρονικά το 2034–2035, υπό την προϋπόθεση θετικών ερευνητικών αποτελεσμάτων και ολοκλήρωσης των απαιτούμενων έργων ανάπτυξης.
Ο χρονικός αυτός ορίζοντας αντανακλά τη διάρκεια που απαιτείται διεθνώς από την πρώτη σεισμική έρευνα έως την παραγωγή σε υπεράκτια κοιτάσματα μεγάλου βάθους.
Η σημασία συμμετοχής της Chevron
Η είσοδος της Chevron αυξάνει το τεχνικό και επενδυτικό εύρος του ελληνικού προγράμματος υδρογονανθράκων. Η προσθήκη τεσσάρων νέων παραχωρήσεων σχεδόν διπλασιάζει την ερευνητική έκταση και ενισχύει τις πιθανότητες εντοπισμού κοιτασμάτων, καθώς καλύπτονται γεωλογικά συστήματα που θεωρούνται ανάλογα με εκείνα της Ανατολικής Μεσογείου.
Η παρουσία διεθνών παραγωγών, μεταξύ των οποίων και η ExxonMobil σε γειτονικές παραχωρήσεις, δημιουργεί συνεκτικό πλαίσιο ερευνών σε Ιόνιο και Κρήτη. Αυτό αυξάνει τη γεωλογική γνώση και διευκολύνει την αξιολόγηση των θαλάσσιων λεκανών της χώρας.
Σε επίπεδο ενεργειακής ασφάλειας, η πιθανή αξιοποίηση εγχώριων πόρων θα μπορούσε να περιορίσει την εξάρτηση από εισαγωγές φυσικού αερίου και να προσθέσει παραγωγική διάσταση στον ρόλο της Ελλάδας, ο οποίος σήμερα βασίζεται κυρίως σε υποδομές μεταφοράς και LNG.
Οικονομικές παράμετροι
Σε περίπτωση παραγωγής, το ελληνικό δημόσιο εκτιμάται ότι θα λαμβάνει συνολικά 38–41 % των καθαρών κερδών από φόρους, δικαιώματα και μισθώματα. Οι επενδύσεις της ερευνητικής περιόδου περιλαμβάνουν δαπάνες σεισμικών ερευνών, γεωτρήσεων και τεχνικών μελετών, με ελάχιστες δεσμευμένες δαπάνες ήδη από τις πρώτες φάσεις.
Οι παραχωρήσεις της κοινοπραξίας εντάσσονται σε ευρύτερο πρόγραμμα ερευνών που αναμένεται να εξελιχθεί παράλληλα σε Ιόνιο και Κρήτη κατά την επόμενη δεκαετία. Η έκβασή του θα καθορίσει αν η Ελλάδα θα αποκτήσει παραγωγή φυσικού αερίου, πέραν του υφιστάμενου ρόλου της ως διαμετακομιστικού και εισαγωγικού κόμβου.