1. Home
  2. Νέα
  3. Σήμα κινδύνου από τη Βιομηχανία Πλαστικών (ΣΒΠΕ)
Σήμα κινδύνου από τη Βιομηχανία Πλαστικών (ΣΒΠΕ)

Σήμα κινδύνου από τη Βιομηχανία Πλαστικών (ΣΒΠΕ)

0

Της Μαρίας Γεωργοσοπούλου

Σε πρόσφατη συνάντηση με τους δημοσιογράφους το προεδρείο του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), αναφέρθηκε στα προβλήματα του κλάδου και στις προοπτικές του.

Τι κερδίζει πραγματικά η Ευρώπη όταν η βιομηχανική παραγωγή μεταφέρεται εκτός των συνόρων της και αντικαθίσταται από εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται με διαφορετικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις και λιγότερο αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου;
Το ερώτημα αυτό συνοψίζει τον προβληματισμό που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια γύρω από τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού και το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Τα πρόσφατα ευρήματα μελέτης της Plastics Europe και οι δημόσιες παρεμβάσεις κορυφαίων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής μεταποίησης πλαστικών συγκλίνουν σε μια κοινή διαπίστωση. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί εάν συνοδεύεται από σταδιακή αποβιομηχάνιση της Ευρώπης και μεταφορά της παραγωγής σε Τρίτες Χώρες που δεν λειτουργούν με τους ίδιους κανόνες.

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Από τη μία πλευρά, οι επιχειρήσεις επενδύουν σημαντικούς πόρους για να ανταποκριθούν στις ολοένα αυστηρότερες περιβαλλοντικές και νομοθετικές απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στον αντίποδα, καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που εισάγονται από Τρίτες Χώρες, χωρίς να είναι πάντοτε βέβαιο ότι παράγονται με τις ίδιες προδιαγραφές ή ότι υπόκεινται στους ίδιους μηχανισμούς ελέγχου.

Με την διαρκή προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες να εξαντλεί τα περιθώριά της η βιομηχανία πλαστικών. Με αγωνία και πολλές προσδοκίες παρακολουθεί η επιχειρηματική κοινότητα (και όχι μόνο) τις προσπάθειες να μειωθεί η ένταση στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε ότι η αποκλιμάκωση μιας γεωπολιτικής κρίσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και επιστροφή στην κανονικότητα.
Τους τελευταίους μήνες καταδείχθηκε για ακόμη μία φορά πόσο ευάλωτες παραμένουν οι διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και πόσο γρήγορα οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορούν να μεταφραστούν σε αυξήσεις του ενεργειακού κόστους, αναταράξεις στις αγορές πρώτων υλών και αβεβαιότητα για τη μεταποίηση.

Για τη βιομηχανία πλαστικών, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν αποτέλεσαν ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ακόμη έναν κρίκο σε μια αλυσίδα διαδοχικών κρίσεων, μία ακόμη υπενθύμιση ότι η προσαρμογή στις συνεχείς διαταραχές έχει πλέον μετατραπεί σε μέρος της καθημερινής επιχειρηματικής πραγματικότητας. Η αυξημένη μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών, οι δυσκολίες στον προγραμματισμό της παραγωγής και η αβεβαιότητα στις εφοδιαστικές αλυσίδες συνθέτουν ένα περιβάλλον που περιορίζει τις επενδύσεις και εντείνει την πίεση στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Ευρωπαϊκές απώλειες στη μάχη της ανταγωνιστικότητας

Την ίδια εικόνα μεταφέρει και η ευρωπαϊκή βιομηχανία. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του ΣΒΠΕ, Στέλιο Κακουλίδη, ο οποίος συμμετείχε πρόσφατα στη Γενική Συνέλευση της EuPC (Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Μεταποιητών Πλαστικών), το κυρίαρχο θέμα συζήτησης ήταν η σταδιακή υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής μεταποίησης.

«Το μήνυμα από τη φετινή Γενική Συνέλευση της EuPC είναι σαφές: η ευρωπαϊκή βιομηχανία χάνει ανταγωνιστικότητα με ανησυχητικό ρυθμό. Το υψηλό ενεργειακό κόστος και η πίεση από το κανονιστικό περιβάλλον συνεχίζουν να επιβαρύνουν έντονα τους μεταποιητές, σε μια περίοδο που η ανάγκη για επενδύσεις είναι κρίσιμη.

Ταυτόχρονα, η επιτάχυνση σημαντικών ρυθμιστικών πρωτοβουλιών –από τον PPWR έως τα μέτρα για τα μικροπλαστικά και τις αυξημένες απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας και ανταλλαγής δεδομένων σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα– αυξάνει την πολυπλοκότητα και το κόστος συμμόρφωσης. Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά δεν είναι ακόμη έτοιμη να απορροφήσει αυτό το κόστος, όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση για όλους» σημειώνει ο κ. Κακουλίδης υπογραμμίζοντας: «Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα των ισότιμων όρων ανταγωνισμού είναι καθοριστικό. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις λειτουργούν με αυστηρούς κανόνες που συχνά δεν εφαρμόζονται στα εισαγόμενα προϊόντα, δημιουργώντας μια δομική ανισορροπία εις βάρος της ευρωπαϊκής παραγωγής.

Η Ευρώπη έχει τη δυνατότητα να ηγηθεί της βιώσιμης μετάβασης, αλλά αυτό προϋποθέτει πιο ρεαλιστική προσέγγιση, σταθερότητα στους κανόνες και ουσιαστικά ανταγωνιστικό ενεργειακό πλαίσιο. Διαφορετικά, η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να συνοδευτεί από περαιτέρω απώλεια βιομηχανικής δραστηριότητας που θα κατευθυνθεί εκτός Ευρώπης».

Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών δείχνουν ότι η διαρκής προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί πλέον. Η εμπειρία των διαδοχικών κρίσεων ανέδειξε την ανάγκη της ενεργειακής θωράκισης της χώρας, με επενδύσεις στις υποδομές, αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και μεγαλύτερη ανάπτυξη της ανακύκλωσης, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από εισαγόμενους πρώτες ύλες. Η ελληνική και η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζητούν πολιτικές που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, θα περιορίσουν το ενεργειακό κόστος και θα διασφαλίσουν ίσους όρους ανταγωνισμού, ώστε η παραγωγή και οι επενδύσεις να παραμείνουν στην Ευρώπη.

«Απανθρακοποίηση μέσω αποβιομηχάνισης»

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται πλέον και σε επίσημα στοιχεία του κλάδου. Σύμφωνα με τη μελέτη της Plastics Europe, η συνολική παραγωγή πλαστικών στην Ευρώπη μειώθηκε από 62,3 εκατ. τόνους το 2018 σε 54,9 εκατ. τόνους το 2024, καταγράφοντας απώλειες σχεδόν 12% μέσα σε έξι χρόνια. Παράλληλα, ο ρυθμός ανάπτυξης της παραγωγής κυκλικών πλαστικών επιβραδύνθηκε από 13,6% το 2022 σε μόλις 1,2% το 2024, ενώ αυξάνεται η εξάρτηση της ευρωπαϊκής μεταποίησης από εισαγόμενες πρώτες ύλες και προϊόντα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η Plastics Europe προειδοποιεί πως η Ευρώπη κινδυνεύει να οδηγηθεί σε «απανθρακοποίηση μέσω αποβιομηχάνισης» (decarbonisation through deindustrialisation), εάν δεν αποκαταστήσει την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της.

Για τα κράτη μέλη της Ε.Ε. η ανάπτυξη ενιαίου συστήματος ανακύκλωσης και αξιοποίησης των δευτερογενών πρώτων υλών, είναι αναγκαία ώστε να επιτευχθούν οικονομίες κλίμακας, να περιοριστεί το κόστος μεταφοράς και επεξεργασίας και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας απέναντι στις εισαγωγές από την Κίνα και άλλες Τρίτες Χώρες.

Ανησυχία για τον αθέμιτο ανταγωνισμό Τρίτων Χωρών, ωστόσο, δεν εκφράζει μόνο η βιομηχανία πλαστικών. Το κορυφαίο στέλεχος της χημικής βιομηχανίας και πρόεδρος της εταιρείας INEOS, Sir Τζιμ Ράτκλιφ, έκανε πρόσφατα λόγο για ένα «σημείο καμπής» για τη χημική βιομηχανία της Ευρώπης, ζητώντας άμεσες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Για τον Σύνδεσμο Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος, η αντιμετώπιση του αθέμιτου ανταγωνισμού αποτελεί πλέον προϋπόθεση τόσο για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής παραγωγής όσο και για την επιτυχία της πράσινης μετάβασης. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η Λένα Μπέλση, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΣΒΠΕ: «Το ζήτημα του αθέμιτου ανταγωνισμού για την ευρωπαϊκή βιομηχανία πλαστικών είναι πάρα πολύ σοβαρό. Αν λάβουμε υπόψη μας δύο βασικούς παράγοντες:
α. ότι τεχνικά (στο εργαστήριο) δεν υπάρχει ο τρόπος να ανιχνεύσει κανείς εάν ένα πλαστικό προϊόν περιέχει πράγματι ένα ποσοστό δευτερογενούς πρώτης ύλης (π.χ. RPET),
β. ότι στη χώρα μας οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς,
καταλαβαίνουμε όλοι πως ελλοχεύει μεγάλος κίνδυνος “greenwashing” εισαγόμενων προϊόντων από Τρίτες Χώρες στις οποίες η ιχνηλασιμότητα των υλικών είναι δύσκολο να επιτευχθεί.

Ταυτόχρονα ελλοχεύει εξίσου μεγάλος κίνδυνος αθέμιτου ανταγωνισμού για τις εταιρείες μας οι οποίες επενδύουν σε νέες τεχνολογίες και τεχνογνωσία για να ανταποκριθούν στο ολοένα και πιο αυστηρό κανονιστικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Για τον ΣΒΠΕ, το ζητούμενο δεν είναι περισσότεροι κανόνες, αλλά η συνεπής εφαρμογή των υφιστάμενων. Η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, η αξιόπιστη επαλήθευση των περιβαλλοντικών ισχυρισμών και η διασφάλιση πραγματικά ισότιμων όρων ανταγωνισμού αποτελούν, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, προϋπόθεση τόσο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όσο και για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Παναγιώτης Γεροντόπουλος : ”Η διαρκής προσαρμογή δεν είναι στρατηγική”

Όπως επισήμανε επίσης, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος (ΣΒΠΕ), Παναγιώτης Γεροντόπουλος, οι ελληνικές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντέχουν, όμως η διαρκής προσαρμογή δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμη στρατηγική.

«Η ελληνική βιομηχανία πλαστικών δραστηριοποιείται εδώ και αρκετά χρόνια σε ένα περιβάλλον διαρκών αναταράξεων. Την πανδημία διαδέχθηκαν η ενεργειακή κρίση, οι δυσλειτουργίες στις εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις και, πιο πρόσφατα, η κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία υπενθύμισε πόσο ευάλωτη παραμένει η διεθνής αγορά πρώτων υλών απέναντι στις γεωπολιτικές εξελίξεις».

Παρ’ όλα αυτά, οι επιχειρήσεις του κλάδου συνεχίζουν να προσαρμόζονται. Η προσαρμοστικότητα είναι σχεδόν στοιχείο ταυτότητας για τη βιομηχανία πλαστικών, εξηγεί ο κ. Γεροντόπουλος, κάνοντας έναν πρωτότυπο παραλληλισμό: «Όπως τα ίδια τα υλικά που παράγουμε χαρακτηρίζονται από ευελιξία και ανθεκτικότητα, έτσι και οι ελληνικές βιομηχανίες έχουν μάθει να λειτουργούν σε συνθήκες συνεχών μεταβολών, διατηρώντας την παραγωγή, τις εξαγωγές και την τροφοδοσία κρίσιμων κλάδων της οικονομίας.

Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν είναι ανεξάντλητη. Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής μεταποίησης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζονται σε κάθε νέα κρίση.

Απαιτείται ένα σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον, ουσιαστικές παρεμβάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και έμπρακτη στήριξη των επιχειρήσεων μεταποίησης και ανακύκλωσης (ΚΑΔ 22 και ΚΑΔ 38), που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ελληνικής βιομηχανίας και της κυκλικής οικονομίας.

Μόνον έτσι η ελληνική βιομηχανία θα μπορέσει να συνεχίσει να επενδύει, να καινοτομεί και να παραμένει ανταγωνιστική σε ένα διεθνές περιβάλλον που τα επόμενα χρόνια πιθανότατα θα γίνει περισσότερο απαιτητικό».