Ενέργεια: Φυσικό αέριο και ντίζελ οι δύο βασικοί κίνδυνοι για τον ευρωπαϊκό χειμώνα
Η Ευρώπη εισέρχεται στην περίοδο πριν από τον χειμώνα με δύο σημαντικές πηγές αβεβαιότητας στην αγορά ενέργειας: τα χαμηλά για την εποχή αποθέματα φυσικού αερίου και την περιορισμένη διαθεσιμότητα ντίζελ. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία επηρεάζουν την προσφορά, ενώ ο ανταγωνισμός της Ευρώπης με την Ασία για LNG και πετρελαϊκά προϊόντα μπορεί να αυξήσει περαιτέρω το κόστος τους επόμενους μήνες.
Η εικόνα είναι διαφορετική από εκείνη του 2022, καθώς η Ευρώπη έχει διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας, έχει αυξήσει τις υποδομές LNG και έχει ενισχύσει σημαντικά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, η αγορά παραμένει εκτεθειμένη σε διαταραχές της διεθνούς προσφοράς, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία πρέπει να αυξηθούν τα αποθέματα φυσικού αερίου και να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες καυσίμων.
Φυσικό αέριο: χαμηλά τα αποθέματα πριν από τον χειμώνα
Οι αποθήκες φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονται λίγο κάτω από το 58% της συνολικής χωρητικότητάς τους. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο για τη συγκεκριμένη εποχή από το 2011, όταν ξεκίνησε η συστηματική καταγραφή των σχετικών στοιχείων από την Gas Infrastructure Europe.
Σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, τα αποθέματα είναι περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα.
Η διαφορά αυτή περιορίζει τα περιθώρια της αγοράς πριν από την έναρξη της περιόδου υψηλής ζήτησης. Η Ευρώπη θα πρέπει τους επόμενους μήνες να αυξήσει σημαντικά τις ποσότητες φυσικού αερίου στις αποθήκες, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς τιμές παραμένουν αυξημένες και ο ανταγωνισμός για LNG είναι έντονος.
Η κατάσταση έχει μεγαλύτερη σημασία λόγω της σημαντικά μειωμένης χρήσης ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Η Ευρώπη έχει στραφεί περισσότερο στο LNG, γεγονός που την συνδέει άμεσα με τις διεθνείς συνθήκες προσφοράς και ζήτησης.
Το LNG εξαρτά την Ευρώπη από τη διεθνή αγορά
Η ευρωπαϊκή αγορά LNG ανταγωνίζεται πλέον την Ασία για την εξασφάλιση διαθέσιμων φορτίων. Εάν η ζήτηση στην Ασία αυξηθεί ή η παγκόσμια προσφορά περιοριστεί, οι ευρωπαϊκές εταιρείες θα χρειαστεί να προσφέρουν υψηλότερες τιμές για να εξασφαλίσουν φορτία. Ο κίνδυνος γίνεται μεγαλύτερος στην περίπτωση ενός ψυχρού χειμώνα, καθώς η κατανάλωση φυσικού αερίου θα αυξηθεί σε μια περίοδο κατά την οποία τα αποθέματα θα πρέπει ήδη να βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα.
Η τιμή του φυσικού αερίου στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF κινείται πάνω από τα 53 ευρώ/MWh, έχοντας αυξηθεί περισσότερο από 12% σε μηνιαία βάση. Στις αρχές της εβδομάδας είχε φθάσει περίπου στα 55 ευρώ/MWh.
Η αγορά ενσωματώνει ήδη μέρος των γεωπολιτικών κινδύνων, ενώ νέα άνοδος θα μπορούσε να προκύψει εάν η αναπλήρωση των αποθηκών δεν πραγματοποιηθεί με τον απαιτούμενο ρυθμό.
Η Μέση Ανατολή και ο κίνδυνος για τον εφοδιασμό LNG
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν την αγορά LNG τόσο μέσω της ναυσιπλοΐας όσο και μέσω της παραγωγής.
Οι δυσκολίες στις θαλάσσιες μεταφορές, ιδιαίτερα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, δημιουργούν αβεβαιότητα για τη μεταφορά ενεργειακών φορτίων. Παράλληλα, πιθανές ζημιές σε ενεργειακές υποδομές και εγκαταστάσεις παραγωγής χωρών του Κόλπου μπορούν να περιορίσουν την προσφορά στην παγκόσμια αγορά.
Μια παρατεταμένη διαταραχή θα μπορούσε να περιορίσει τις διαθέσιμες ποσότητες LNG και να αυξήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται όμως στο φυσικό αέριο. Εάν η διαθεσιμότητα LNG στην Ασία μειωθεί, ορισμένοι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να στραφούν περισσότερο στο ντίζελ για την κάλυψη των αναγκών τους. Αυτό θα αύξανε τη ζήτηση για ένα καύσιμο στο οποίο η ευρωπαϊκή αγορά αντιμετωπίζει ήδη περιορισμούς προσφοράς.
Ντίζελ: δεύτερη πηγή πίεσης για την Ευρώπη
Η κατάσταση στην αγορά ντίζελ αποτελεί ξεχωριστό κίνδυνο ενόψει του χειμώνα. Τα ευρωπαϊκά αποθέματα ντίζελ έχουν μειωθεί περίπου 30% από τα τέλη Μαρτίου, καταγράφοντας μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις διεθνώς και παραμένοντας κάτω από τους εποχικούς μέσους όρους.
Παράλληλα, οι εξαγωγές ρωσικού ντίζελ έχουν περιοριστεί, μεταξύ άλλων λόγω των ζημιών που έχουν υποστεί ρωσικά διυλιστήρια από ουκρανικές επιθέσεις.
Στην εικόνα αυτή προστίθενται οι ευρωπαϊκές κυρώσεις στα ρωσικά προϊόντα διύλισης και οι περιορισμοί στις εισαγωγές καυσίμων που έχουν παραχθεί σε τρίτες χώρες από ρωσικό αργό πετρέλαιο.
Για την Ευρώπη αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξασφαλίσει περισσότερες ποσότητες ντίζελ από εναλλακτικές αγορές, σε ένα περιβάλλον όπου η διαθέσιμη προσφορά είναι περιορισμένη.
Η Κίνα μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια αγορά ντίζελ
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες είναι η πολιτική εξαγωγών των κινεζικών διυλιστηρίων.
Η Κίνα διαθέτει μεγάλη δυναμικότητα διύλισης και οι ποσότητες ντίζελ που θα διαθέσει στις διεθνείς αγορές θα επηρεάσουν άμεσα την παγκόσμια προσφορά.
Εάν οι κινεζικές εταιρείες αυξήσουν τις εξαγωγές, μπορεί να ενισχυθεί η διαθεσιμότητα στην Ευρώπη και να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές. Εάν, αντίθετα, δοθεί προτεραιότητα στην εγχώρια αγορά ή σε άλλα πετρελαϊκά προϊόντα, οι διαθέσιμες ποσότητες για την Ευρώπη θα είναι μικρότερες.
Αντίστοιχα, τα αμερικανικά διυλιστήρια δύσκολα θα διατηρήσουν πολύ υψηλές εξαγωγές προς την Ευρώπη εάν αυξηθεί η εγχώρια ζήτηση στις ΗΠΑ. Παράλληλα, τα διυλιστήρια του Κόλπου ενδέχεται να κατευθύνουν περισσότερα φορτία προς την αμερικανική αγορά κατά τη χειμερινή περίοδο.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή του πετρελαίου
Η αγορά ντίζελ παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα: η τιμή του τελικού προϊόντος μπορεί να αυξάνεται πολύ περισσότερο από την τιμή του αργού πετρελαίου.
Στις εξελίξεις που καταγράφονται, η τιμή του Brent έχει αυξηθεί περίπου 5%, ενώ η τιμή του ντίζελ έχει αυξηθεί σχεδόν 40%.
Η διαφορά αυτή δείχνει ότι οι πιέσεις στην αγορά δεν προέρχονται μόνο από την άνοδο του αργού, αλλά κυρίως από τη διαθεσιμότητα των προϊόντων διύλισης, την περιορισμένη παραγωγή ορισμένων διυλιστηρίων και τον διεθνή ανταγωνισμό για τις διαθέσιμες ποσότητες.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, καθώς το ντίζελ χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές μεταφορές, στη βιομηχανία, στις κατασκευές και στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Επιπτώσεις σε μεταφορές, βιομηχανία και πληθωρισμό
Μια παρατεταμένη αύξηση των τιμών του ντίζελ μεταφέρεται σταδιακά σε μεγάλο μέρος της οικονομίας.
Το κόστος των οδικών μεταφορών αυξάνεται, επηρεάζοντας τη διακίνηση προϊόντων και πρώτων υλών. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερα λειτουργικά έξοδα, ενώ οι ενεργοβόρες βιομηχανίες επιβαρύνονται ταυτόχρονα από τις τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι νέα αύξηση του κόστους παραγωγής και μεταφοράς και, σε δεύτερο επίπεδο, μεγαλύτερες πιέσεις στις τιμές καταναλωτή.
Για την Ευρώπη, επομένως, η αγορά ντίζελ αποτελεί σημαντικό παράγοντα πληθωρισμού ενόψει του χειμώνα, ανεξάρτητα από την πορεία της αγοράς φυσικού αερίου.
Η Ελλάδα παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς τιμές
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται στη συγκεκριμένη περίοδο με καλύτερες συνθήκες σε σχέση με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις, χωρίς όμως να είναι ανεπηρέαστη από τις διεθνείς εξελίξεις.
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός υποχώρησε στο 2,7% τον Ιούλιο, ενώ ο δείκτης PMI μεταποίησης ανήλθε στις 54,3 μονάδες, έναντι 51,9 μονάδων στην Ευρωζώνη.
Παράλληλα, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά 6,5% σε ετήσια βάση τον Μάιο, η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1,2% τον Ιούνιο, ενώ η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων κινείται με ρυθμούς περίπου 9,7%-9,8%.
Ωστόσο, μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας και ντίζελ θα μπορούσε να επηρεάσει την ελληνική οικονομία μέσω του πληθωρισμού, του κόστους παραγωγής, των μεταφορών και του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι οι ενεργοβόροι κλάδοι της ελληνικής βιομηχανίας, ενώ η αύξηση του κόστους μεταφορών μπορεί να επηρεάσει ευρύτερα την εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι παράγοντες που θα κρίνουν τον χειμώνα
Η πορεία της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας τους επόμενους μήνες θα εξαρτηθεί κυρίως από την εξέλιξη πέντε παραγόντων.
Πρώτον, από τον ρυθμό με τον οποίο θα αυξηθούν τα αποθέματα φυσικού αερίου πριν από την έναρξη της περιόδου υψηλής ζήτησης.
Δεύτερον, από τις διεθνείς τιμές LNG και τον ανταγωνισμό Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία.
Τρίτον, από την εξέλιξη των εξαγωγών ντίζελ, με ιδιαίτερη σημασία για τις ποσότητες που θα διαθέσει η Κίνα στη διεθνή αγορά.
Τέταρτον, από τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την επίδρασή τους στις θαλάσσιες μεταφορές, στην παραγωγή ενέργειας και στη λειτουργία διυλιστηρίων.
Πέμπτον, από τις καιρικές συνθήκες. Ένας ψυχρός χειμώνας θα αύξανε τη ζήτηση φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας σε μια αγορά που ξεκινά ήδη από χαμηλότερα επίπεδα αποθεμάτων.
Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε διαφορετική θέση από εκείνη του 2022, καθώς έχει αυξήσει τις υποδομές LNG, έχει διαφοροποιήσει τους προμηθευτές της, έχει ενισχύσει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και έχει περιορίσει την κατανάλωση φυσικού αερίου.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη συμμετοχή του LNG στο ευρωπαϊκό ενεργειακό ισοζύγιο σημαίνει ότι η αγορά παραμένει συνδεδεμένη με τις διεθνείς συνθήκες προσφοράς. Παράλληλα, η περιορισμένη προσφορά ντίζελ δημιουργεί έναν δεύτερο παράγοντα κόστους, ο οποίος επηρεάζει άμεσα τις μεταφορές και τη βιομηχανία.
Έτσι, η ενεργειακή εικόνα του φετινού χειμώνα θα κριθεί όχι μόνο από το εάν θα υπάρχει επαρκής ενέργεια, αλλά και από το κόστος με το οποίο θα εξασφαλιστούν το φυσικό αέριο και τα πετρελαϊκά προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές.