Ρεύμα: Χωρίς επιδοτήσεις οι λογαριασμοί – Στροφή στα μπλε τιμολόγια για σταθερές χρεώσεις
Χωρίς οριζόντιες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας προχωρά η κυβέρνηση, με την πολιτική του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας να στρέφεται στην ενίσχυση των σταθερών τιμολογίων ως επιλογή προστασίας από τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Την ίδια στιγμή, στοχευμένες παρεμβάσεις, όπως το επίδομα θέρμανσης και η μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ από το 2027, αναμένεται να περιορίσουν μέρος της επιβάρυνσης των νοικοκυριών.
Τα σταθερά ή «μπλε» τιμολόγια προσφέρουν κλειδωμένη τιμή κιλοβατώρας για τουλάχιστον έναν χρόνο, περιορίζοντας την έκθεση του καταναλωτή στις μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς. Η επιλογή τους αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας στις διεθνείς αγορές ενέργειας, καθώς η άνοδος του φυσικού αερίου μπορεί να μεταφέρεται στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής και στις κυμαινόμενες χρεώσεις.
Η στροφή των καταναλωτών προς τα σταθερά προϊόντα έχει ήδη αποτυπωθεί στην αγορά. Το μερίδιό τους έχει αυξηθεί περίπου στο 32%, έναντι χαμηλότερων επιπέδων προηγουμένως, καθώς μέρος των νοικοκυριών εγκαταλείπει σταδιακά τα κυμαινόμενα και πράσινα τιμολόγια.
Στην πλατφόρμα της ΡΑΑΕΥ διατίθενται σήμερα 25 διαφορετικά σταθερά προϊόντα, με σημαντικές αποκλίσεις τόσο στην τιμή της κιλοβατώρας όσο και στο μηνιαίο πάγιο. Ενδεικτικά, το ΔΕΗ myHome Online προσφέρεται στα 11,5 λεπτά/kWh, με πάγιο 3,5 ευρώ τον μήνα, υπό την προϋπόθεση ηλεκτρονικής σύναψης και ενεργοποίησης πάγιας εντολής πληρωμής.
Με βάση τους υπολογισμούς της ΡΑΑΕΥ για μηνιαία κατανάλωση 330 kWh, το συγκεκριμένο προϊόν εμφανίζει κόστος 41,25 ευρώ τον μήνα, ενώ τα περισσότερα σταθερά προϊόντα της αγοράς κινούνται στην περιοχή των 54-60 ευρώ. Η σύγκριση αυτή, ωστόσο, αφορά συγκεκριμένο επίπεδο κατανάλωσης και δεν σημαίνει ότι το ίδιο προϊόν είναι οικονομικότερο για κάθε νοικοκυριό.
Τι πρέπει να προσέξουν οι καταναλωτές
Η χαμηλή τιμή της κιλοβατώρας δεν αρκεί για τη σύγκριση των σταθερών τιμολογίων. Το μηνιαίο πάγιο μπορεί να διαφοροποιήσει σημαντικά το τελικό κόστος, ιδιαίτερα για νοικοκυριά με χαμηλή κατανάλωση.
Στην αγορά υπάρχουν πάγια από 3,5 ευρώ έως και 15,9 ευρώ τον μήνα, ενώ σε ορισμένα προϊόντα προβλέπεται αύξηση ή ακόμη και διπλασιασμός του παγίου όταν η κατανάλωση ξεπερνά συγκεκριμένο όριο. Για τον λόγο αυτό, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με βάση το συνολικό κόστος και όχι μόνο την ονομαστική χρέωση ανά κιλοβατώρα.
Παράλληλα, ο καταναλωτής θα πρέπει να ελέγχει τη διάρκεια της σύμβασης και τους όρους αποχώρησης. Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προσδιορίζουν ενιαίο ύψος ρήτρας πρόωρης αποχώρησης για όλα τα σταθερά προϊόντα, καθώς οι σχετικοί όροι εξαρτώνται από τη σύμβαση κάθε προμηθευτή.
Η εναλλακτική μέσω του επιδόματος θέρμανσης
Η απουσία οριζόντιας επιδότησης στο ρεύμα δεν σημαίνει ότι δεν προβλέπονται παρεμβάσεις για τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια για θέρμανση. Το επίδομα θέρμανσης καλύπτει και αυτή την κατηγορία, μαζί με τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο και άλλες επιλέξιμες μορφές ενέργειας.
Η ενίσχυση αποτελεί στοχευμένο μέτρο και όχι παρέμβαση στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Η διαφοροποίηση αυτή αντανακλά την επιλογή να κατευθύνονται οι διαθέσιμοι πόροι σε συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών αντί για οριζόντια μείωση της τιμής του ρεύματος.
Μείωση ΥΚΩ από το 2027
H παρέμβαση που αναμένεται να επηρεάσει τους λογαριασμούς σε μόνιμη βάση είναι η προβλεπόμενη μείωση κατά 50% των χρεώσεων Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας από τον Ιανουάριο του 2027.
Η μείωση συνδέεται με την εξοικονόμηση που δημιουργούν οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών, καθώς περιορίζεται η ανάγκη ηλεκτροπαραγωγής με ακριβότερα καύσιμα στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά. Πρόκειται για μεσοπρόθεσμη παρέμβαση που αφορά το σύνολο των καταναλωτών και όχι μόνο όσους επιλέξουν σταθερό τιμολόγιο.
Η σημερινή εικόνα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας οδηγεί έτσι τους καταναλωτές σε διαφορετικές επιλογές ανάλογα με το επίπεδο κατανάλωσης και την ανοχή τους στις μεταβολές των τιμών. Τα μπλε τιμολόγια προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ενώ η τελική επιλογή απαιτεί σύγκριση της τιμής κιλοβατώρας, του παγίου, της διάρκειας και των όρων της σύμβασης.