Home ΑΠΕ Ανακοίνωση ΑΣΠΗ για το νομοσχέδιο ΥΠΕΚΑ
Ανακοίνωση ΑΣΠΗ για το νομοσχέδιο ΥΠΕΚΑ

Ανακοίνωση ΑΣΠΗ για το νομοσχέδιο ΥΠΕΚΑ

0
0

Σύμφωνα με τον ΑΣΠΗ, η κεντρική ρύθμιση που επιχειρείται να εισαχθεί με το Νομοσχέδιο, είναι η προσκόμιση από τον επενδυτή, σε σχετικά πρώιμο στάδιο της αδειοδοτικής διαδικασίας, επιστολής ενδιαφέροντος από πιστωτικό ίδρυμα για την χρηματοδότηση του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής, καθώς και εγγυητική επιστολή τραπέζης, σημαντικού ύψους, με την οποία θα δεσμεύεται ο επενδυτής για την υλοποίηση του έργου.


Οι λόγοι που προβάλλονται επισήμως από την Διοίκηση για την επιβολή τέτοιας ρύθμισης είναι δύο: Η κατάργηση του φαινόμενου της εμπορίας αδειών και η μη δέσμευση «ηλεκτρικού χώρου» στα δίκτυα μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος.


Και οι δύο όμως αυτοί προβαλλόμενοι λόγοι δεν ευσταθούν, όπως πρεσβεύει ο ΑΣΠΗ: «Πράγματι, η λεγόμενη εμπορία αδειών, έχει εδώ και τρία χρόνια σταματήσει τελείως, λόγω της οικονομικής κρίσης. Αλλά και προ αυτής, όταν συνέβαινε, είχε την μορφή της αγοράς μετοχών του νομικού προσώπου-φορέα του έργου, μεταξύ του επιχειρηματία που είχε αναπτύξει το έργο και του επιχειρηματία που θα το κατασκεύαζε. Το τίμημα για την αγορά των μετοχών κάλυπτε το κόστος ανάπτυξης πλέον ενός περιθωρίου κέρδους. Είναι λοιπόν λάθος να δαιμονοποιούνται τέτοιες συναλλαγές από τις οποίες το Δημόσιο έβγαινε πολλαπλά κερδισμένο: Και από τον φόρο μεταβίβασης των μετοχών και από την εισαγωγή κεφαλαίων από τον, συνήθως αλλοδαπό, επενδυτή για την αγορά των μετοχών και την υλοποίηση των έργων.


Όσον αφορά στην δήθεν επιδίωξη για αποσυμφόρηση των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρισμού, ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Πράγματι το μέτρο είναι γενικό και δεν αφορά μόνο στις ηλεκτρικά κορεσμένες περιοχές. Αλλά και για αυτές υπάρχουν πολύ απλούστεροι τρόποι για να ικανοποιηθούν αιτήματα για σύνδεση έργων ΑΠΕ, πέραν του ορίου κορεσμού του δικτύου. Μπορεί πολύ εύκολα να εγκατασταθεί σύστημα διακοπής της λειτουργίας των έργων ΑΠΕ που διασυνδέονται “καθ’ υπέρβασιν” του «λογιστικού» ορίου κορεσμού του δικτύου, ώστε να διακόπτεται η λειτουργία τους, τις σπάνιες εκείνες στιγμές που τέτοια υπέρβαση δημιουργείται στην πραγματικότητα.


Άλλωστε, αν ο λόγος περί αποφυγής κορεσμού του δικτύου ήταν πραγματικός, θα μπορούσε ο στόχος αυτός να επιτευχθεί εύκολα με τα διαθέσιμα σήμερα εργαλεία, αν δηλαδή η ΡΑΕ, όπως υποχρεούται από τον κανονισμό της, ανακαλούσε όλες τις Άδειες Παραγωγής, για τις οποίες οι εφεξής διαδικασίες αδειοδότησης έχουν παγώσει».


Ενώ λοιπόν οι προβαλλόμενοι ως λόγοι για την εισαγωγή της απαίτησης προσκόμισης επιστολής προθέσεως και εγγυητικής επιστολής είναι απολύτως ασθενείς, οι συνέπειες αναμένονται να είναι καταστροφικές, όπως υποστηρίζει ο σύνδεσμος:
«Με την σημερινή οικονομική συγκυρία αλλά και λόγω σοβαρότατων, μη οικονομικών, επενδυτικών κινδύνων, καμία τράπεζα και κανένας επενδυτής δεν μπορεί να δεσμευθεί για την υλοποίηση της επένδυσης ΑΠΕ, στο εξαιρετικά πρώιμο στάδιο της προσφοράς ηλεκτρικής σύνδεσης. Μεταξύ του σταδίου εκδόσεως προσφοράς σύνδεσης και της έναρξης εργασιών μπορεί να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση και σοβαρότατοι κίνδυνοι ματαίωσης του έργου ανεξάρτητα από την βούληση του επενδυτή.


Οι μη οικονομικοί λόγοι είναι οι τεράστιες γραφειοκρατικές καθυστερήσεις από τις Δασικές Υπηρεσίες για εγκρίσεις που έπονται της Άδειας Εγκατάστασης, (όπως είναι οι εγκρίσεις μελετών δασικής οδοποιίας, ο υπολογισμός του ανταλλάγματος χρήσης, το πρωτόκολλο εγκατάστασης κλπ) οι δικαστικές εμπλοκές (προσφυγές στο ΣτΕ, προσωρινά μέτρα κλπ) και δυναμικές αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών που συχνά απαιτούν υπέρογκα μισθώματα για να «ενοικιάσουν» στον επενδυτή τις δημόσιες εκτάσεις όπου κατά κανόνα αναπτύσσονται τα ΑΠΕ (κυρίως αιολικά και υδροηλεκτρικά).


Παράλληλα δε με τους μη οικονομικούς λόγους, έχουμε και σοβαρότατους οικονομικούς λόγους. Οι τράπεζες, ενώ κατά κανόνα θεωρούν οικονομικά βιώσιμα και επικερδή τα επενδυτικά σχέδια έργων ΑΠΕ, δεν έχουν, σήμερα τουλάχιστον, την ταμειακή ρευστότητα για να τα χρηματοδοτήσουν. Αλλά και αν την είχαν, δεν έχουν λόγο να εμπλακούν σε ένα πρώιμο στάδιο, που για τα μεγάλα κυρίως έργα, μπορεί να απέχει 2 χρόνια από την χρονική στιγμή που θα αρχίσει η πραγματική υλοποίησή τους.
Και πώς να δεσμευθούν από τώρα, τράπεζες και επενδυτές, για το τι θα συμβεί μετά από 2 χρόνια, χωρίς να γνωρίζουν την τότε ταμειακή τους κατάσταση;»


Με βάση τα παραπάνω, ο ΑΣΠΗ σημειώνει ότι η τυχόν προώθηση και ψήφιση του υπ’ όψιν νομοσχεδίου οδηγεί πρακτικά σε σταμάτημα των έργων ΑΠΕ, με εξαίρεση ίσως τα μικρά φωτοβολταϊκά, όπου τόσο τα απαιτούμενα κεφάλαια όσο και οι κίνδυνοι καθυστέρησης είναι μικροί.


Παράλληλα, ο σύνδεσμος καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι ανομολόγητος στόχος της Διοίκησης είναι πράγματι το σταμάτημα των ΑΠΕ. Και τούτο διότι έχει επικρατήσει η αντίληψη ότι το τίμημα που καταβάλλεται στους παραγωγούς είναι υψηλό και επιβαρύνει υπέρμετρα τον ΑΔΜΗΕ και σε τελική ανάλυση τον Έλληνα καταναλωτή.


Τονίζει επίσης τα παρακάτω: «Πρόθεση της διοίκησης για σταμάτημα των ΑΠΕ έχει ήδη διαφανεί από σειρά αρνητικών για τις ΑΠΕ ρυθμίσεων με αποκορύφωμα την πρόσφατη έκτακτη εισφορά του Ν4093/2012. Η επιχειρούμενη δε ματαίωση των ΑΠΕ μέσω της εισαγωγής τραπεζικών δεσμεύσεων μόνον κακό επιφέρει στα Δημόσια Οικονομικά.
Πράγματι τα αιολικά έχουν την φθηνότερη τιμή ρεύματος, μόλις 89,3€/MWh. Αυτό είναι το φθηνότερο ρεύμα που τροφοδοτεί το «pool” της ΔΕΗ με εξαίρεση βέβαια τα λιγνιτικά εργοστάσια της ΔΕΗ, και αυτό πριν τον υπολογισμό του τέλους αγοράς δικαιωμάτων ρύπων, που θα επιβαρύνει όλες τις θερμικές μονάδες της ΔΕΗ. Μετά δε την έκτακτη εισφορά του 10% του Ν. 4093/2012 η πραγματική τιμή που καταβάλλεται στα αιολικά πάρκα είναι μόλις 80,37€/MW.


Η αμέσως φθηνότερη πηγή ρεύματος είναι οι θερμικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο με μέσο κόστος 102€/MW. Βεβαίως οι μονάδες αυτές έχουν επιτύχει με διάφορους τεχνικούς χειρισμούς σε συνεργασία με την ΔΕΗ, δηλαδή με την τεχνητά χαμηλή Οριακή Τιμή Συστήματος σε συνδυασμό με τον Μηχανισμό Ανάκτησης Μεταβλητού Κόστους, να δηλώνουν ως τάχα φθηνότερες από τα Αιολικά, αλλά οι προαναφερόμενες μέσες ετήσιες τιμές που τους κατεβλήθησαν, τους διαψεύδουν κατηγορηματικά.


Πέραν όμως της τιμής ανά KWH, η άλλη μεγάλη οικονομική πτυχή του ζητήματος έχει να κάνει με την πρώτη ύλη. Τα θερμικά εργοστάσια εισάγουν το φυσικό αέριο ή το πανάκριβο ντήζελ (για τα νησιά) από το εξωτερικό ενώ τα αιολικά δεν επιβαρύνουν καθόλου το εξωτερικό ισοζύγιο για εισαγωγή καυσίμου. Μετά δε την περίοδο απόσβεσης του εξοπλισμού, για μεν τα αιολικά το σύνολο του τιμήματος μένει στην Ελλάδα ενώ για τα θερμικά, πάντοτε, θα επιβαρύνεται το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών κατά το τμήμα του τιμήματος που καλύπτει το διαρκώς αυξανόμενο κόστος του καυσίμου.


Με την ψήφιση λοιπόν μιας τέτοιας ρύθμισης που επιχειρεί να εισάγει το ως άνω νομοσχέδιο, οδηγούμεθα, χωρίς λόγο, σε ματαίωση των ΑΠΕ και ιδίως των αιολικών πάρκων προς μεγίστη βλάβη του καταναλωτή, του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, του περιβάλλοντος και των υποχρεώσεων της χώρας έναντι της ΕΕ για τον περιορισμό των αερίων του θερμοκηπίου. Αλλά και περισσότερο από αυτά τέτοιες ρυθμίσεις πλήττουν καίρια το επενδυτικό κλίμα στην Ελλάδα και την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό: Όταν μια χώρα σταματάει θετικές για την ίδια επενδύσεις, χωρίς να έχει καν δημοσιονομικό όφελος, σημαίνει ότι επικρατούν σε αυτή στρεβλώσεις αποτρεπτικές κάθε αναπτυξιακής διάστασης.


Μετά από τα παραπάνω αποτελεί άμεση ανάγκη η άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου η δημιουργία ομάδας εργασίας με συμμετοχή των εκπροσώπων του κλάδου με στόχο την σύνταξη νομοσχεδίου που θα οδηγεί σε ανάπτυξη αν όχι όλων των μορφών ΑΠΕ, τουλάχιστον της Αιολικής που παρουσιάζει και τα μεγαλύτερα οικονομικά πλεονεκτήματα για όλη την Ελλάδα και κυριότατα για τα νησιά που ηλεκτροδοτούνται με την χρήση του πανάκριβου ντήζελ».