Home ΑΠΕ Ευρωπαϊκό Πακέτο για το κλίµα και την ενέργεια 2030
Ευρωπαϊκό Πακέτο για το κλίµα και την ενέργεια 2030

Ευρωπαϊκό Πακέτο για το κλίµα και την ενέργεια 2030

0
0

Στις 22 Ιανουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δηµοσιεύσει ένα πακέτο προτάσεων για την ευρωπαϊκή πολιτική για το κλίµα και την ενέργεια. Ανάµεσα στις προτάσεις, η Επιτροπή αναµένεται να προτείνει στόχους για τη µείωση των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου και την αύξηση της συµµετοχής των ανανεώσιµων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ) στο ευρωπαϊκό ενεργειακό µείγµα έως το 2030.


greenpeace logoΑυτό το κείµενο απαντά σε µερικές από τις πιο βασικές παρανοήσεις για τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας που στηρίζουν τις θέσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, των Επιτρόπων και των λόµπυ στις Βρυξέλλες.


Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι πολύ πιθανό να στηρίξει νοµικά δεσµευτικούς στόχους για τη µείωση των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου κατά 40% έως το 2030 σε σύγκριση µε τα επίπεδα του 1990 (πολύ χαµηλότερος στόχος από ό,τι επιτάσσει η επιστήµη), υπάρχει έντονη φηµολογία για τη φιλοδοξία του στόχου για τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας, καθώς και για το αν ο στόχος αυτός θα είναι νοµικά δεσµευτικός για τα κράτη-µέλη. Για περισσότερες πληροφορίες για το τι αναµένεται να δηµοσιεύσει η Επιτροπή, µπορείτε να δείτε το σχετικό ενηµερωτικό δελτίο της Greenpeace:


http://www.greenpeace.org/eu-unit/Global/eu-unit/reports-
briefings/2014/Greenpeace%20media%20briefing%20on%20EU%20Commission%202030%20proposals.pdf


Μύθος #1: Οι ΑΠΕ είναι ακριβές και αυξάνουν τους λογαριασµούς ηλεκτρικής ενέργειας
Οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας γίνονται πιο φθηνές καθώς εξαπλώνονται όλο και πιο πολύ. Ήδη στη Γερµανία το κόστος των φωτοβολταϊκών έχει µειωθεί κατά τα δύο τρίτα από το 2006[1]. Καθώς το κόστος µειώνεται συνεχώς, οι µηχανισµοί υποστήριξης θα γίνονται επίσης όλο και πιο οικονοµικοί. Οι ΑΠΕ έχουν µειώσει το κόστος της χονδρικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σε πολλές χώρες της Ευρώπης, συµπεριλαµβανοµένης και της Ελλάδας, ωστόσο πολύ συχνά αυτό το οικονοµικό όφελος (το λεγόµενο merit-order effect) δεν µεταβιβάζεται στους τελικούς καταναλωτές, αλλά το καρπώνονται οι προµηθευτές ενέργειας. Κλασσικό παράδειγµα αποτελεί η χώρα µας, όπου ως αποτέλεσµα του παραπάνω αυξάνεται συνεχώς και χωρίς λόγο το ΕΤΜΕΑΡ (πρώην τέλος ΑΠΕ) που επιβαρύνει τους καταναλωτές και στιγµατίζει τις ΑΠΕ.


Σύµφωνα µε σχετική µελέτη του ΙΟΒΕ, το Ειδικό Τέλος στην Ελλάδα θα έπρεπε να είναι περίπου 60% χαµηλότερο για τους καταναλωτές. Επιπλέον, οι λογαριασµοί ενέργειας παραµένουν αδικαιολόγητα υψηλοί εξαιτίας του κόστους χρήσης του δικτύου µεταφοράς αλλά και των στρεβλώσεων της αγοράς ενέργειας που στηρίζει κυρίως τα ορυκτά καύσιµα.


Πιο οικονοµικές εναλλακτικές είναι σχεδόν απίθανο να βρεθούν. Το 2011, η βιοµηχανία ορυκτών καυσίµων και πυρηνικής ενέργειας εισέπραξε συνολικά 61 δις € από κρατικές επιδοτήσεις, ποσό διπλάσιο από τα συνολικά έσοδα των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ για τον ίδιο χρόνο. Όσον αφορά στις εισαγωγές πετρελαίου, µόνο η Ευρώπη για το 2013 δαπάνησε περίπου 500 δις €, ένα ποσό που εκτινάχθηκε από 139 δις €, που ήταν ο µέσος όρος της προηγούµενης δεκαετίας και που αποτελεί πραγµατικό αγκάθι για τις προοπτικές οικονοµικής ανάκαµψης της Ευρωπαϊκής οικονοµίας. Οι εισαγωγές φυσικού αερίου και άνθρακα επιβαρύνουν ακόµα περισσότερο το εµπορικό ισοζύγιο της Ευρώπης. Αναπτύσσοντας τις εγχώριες ΑΠΕ µέσω ενός δεσµευτικού ευρωπαϊκού στόχου για το 2030, το ποσό που ξοδεύεται για τα εισαγόµενα ορυκτά καύσιµα θα µειωθεί δραστικά.


Επιπλέον, τα ορυκτά καύσιµα έχουν τεράστιο ‘εξωτερικό’ ή ‘κρυφό’ κόστος, δηλαδή κόστος που δεν υπολογίζεται και δεν συµπεριλαµβάνεται στο κόστος παραγωγής και συνεπώς δεν αντανακλάται στην τελική τιµή. Η ρύπανση του περιβάλλοντος και οι δριµείες επιπτώσεις στη δηµόσια υγεία από τις µονάδες ηλεκτροπαραγωγής που καίνε ορυκτά καύσιµα εκτιµάται -από τον πλέον αρµόδιο φορέα, τον Ευρωπαϊκό Οργανισµό Περιβάλλοντος- ότι κοστίζουν στην Ευρώπη έως 112 δις € ετησίως. Σύµφωνα µε την ίδια έκθεση, η χρήση λιγνίτη στην Ελλάδα κοστίζει στην εθνική οικονοµία έως και 4,3 δις € ετησίως.


Μύθος #2: Ένας κλιµατικός στόχος για το 2030 είναι ο καλύτερος και φθηνότερος τρόπος µείωσης των εκποµπών
Οι ΑΠΕ είναι απαραίτητες ώστε η Ευρώπη να µειώσει τις εκποµπές διοξειδίου του άνθρακα στα επίπεδα που επιτάσσει η επιστήµη. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι οι ΑΠΕ έχουν ήδη συµβάλλει κατά 40-50% στη µείωση όλων των εκποµπών στην Ευρώπη από το 2008 ως το 2012, βοηθώντας την ΕΕ να πλησιάσει τους κλιµατικούς στόχους για το 2020. Αυτό συνέβη επειδή τέθηκαν δύο ξεχωριστοί δεσµευτικοί στόχοι, τόσο για την ανάπτυξη ΑΠΕ όσο και για τη µείωση των εκποµπών αερίου του θερµοκηπίου, ως το 2020.


Οµοίως, η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2030 δείχνει ότι ένας µόνο στόχος για τη µείωση των εκποµπών κατά 40% δεν θα ήταν αρκετός ώστε να συµβάλλει στην απαραίτητη αύξηση των ΑΠΕ στην Ευρώπη. Αν συµβεί αυτό, οι ΑΠΕ αναµένεται να αυξηθούν µόνο 3% περισσότερο από το σενάριο αναφοράς, από 24% σε 27% ως το 2030. Ένας µόνο στόχος θα σηµαίνει ότι το µοναδικό κίνητρο για µειώσεις εκποµπών στον ενεργειακό τοµέα θα ήταν η τιµή του άνθρακα που καθορίζεται από την ευρωπαϊκή αγορά ρύπων.


Μια λειτουργική αγορά ρύπων θα µπορούσε να µειώσει τις βρώµικες επενδύσεις σε ορυκτά καύσιµα και έµµεσα να τις στρέψει στην ανάπτυξη των ΑΠΕ. Δεν µπορεί όµως να οδηγήσει στις µακροπρόσθεσµες δοµικές αλλαγές που απαιτούνται να γίνουν στο ενεργειακό σύστηµα, οι οποίες και θα προσελκύσουν επενδύσεις στις ΑΠΕ και την εξοικονόµηση ενέργειας. Σηµειώστε επίσης ότι η σηµερινή ευρωπαϊκή αγορά ρύπων κάθε άλλο παρά λειτουργική είναι (δείτε Μύθο #5), αφού υπάρχουν ‘παραθυράκια’ που επιτρέπουν στη βιοµηχανία να συνεχίσει να ρυπαίνει χωρίς ιδιαίτερο κόστος.


Σύµφωνα µε την Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (IEA), το εµπόριο ρύπων θα µπορούσε στην καλύτερη περίπτωση να οδηγήσει κάποιες επενδύσεις σε πιο ώριµες και επικερδείς τεχνολογίες ΑΠΕ, όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια. Δεν θα µείωνε όµως το κόστος πολλών νέων και ανερχόµενων τεχνολογιών ΑΠΕ, όπως η κυµατική ενέργεια, υποτιµώντας κατά πολύ την δυνατότητά τους να συµβάλλουν σε οικονοµικά αποδοτικές µειώσεις του διοξειδίου του άνθρακα.


Ένας παράλληλος δεσµευτικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για της ΑΠΕ θα µπορούσε να συνεισφέρει στην περικοπή κόστους για αυτές τις ανερχόµενες τεχνολογίες και να διασφαλίσει ότι όχι µόνο βραχυπρόθεσµα, αλλά επίσης µεσοπρόθεσµα και µακροπρόσθεσµα µπορούµε να επιτύχουµε την πιο οικονοµικά αποδοτική µείωση των εκποµπών διοξειδίου του άνθρακα και να δηµιουργήσουµε δεκάδες χιλιάδες περισσότερες θέσεις εργασίας.


Μύθος #3: Η ευελιξία είναι ο καλύτερος τρόπος για τα κράτη να µειώσουν τις εκποµπές τους
Τα ίδια τα µοντέλα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας θα πρέπει να είναι η βασική πηγή ενέργειας για το µέλλον της Ευρώπης. Οι επενδυτικές επιλογές στον ενεργειακό τοµέα στα επόµενα χρόνια θα καθορίσουν αν οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας µπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους να µειώσουν τις εκποµπές αερίων του θερµοκηπίου. Το ενεργειακό σύστηµα της Ευρώπης θα χρειαστεί 1 τρις € σε επενδύσεις µόνο κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας. Η αβεβαιότητα από τα ευρωπαϊκά κράτη-µέλη θα διακινδυνεύσει αυτές τις επενδύσεις και θα αυξήσει το κόστος τους. Οι ξεκάθαρες δεσµεύσεις από τα ευρωπαϊκά κράτη για το πώς θα πετύχουν τους στόχους τους δηµιουργεί την επενδυτική ασφάλεια που τόσο χρειαζόµαστε στην Ελλάδα.


Σήµερα, αυτή η βεβαιότητα διασφαλίζεται µέσα από τους νοµικά δεσµευτικούς στόχους για τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας, οι οποίοι βρίσκονται σε τροχιά υλοποίησης. Αύριο, οι νοµικά δεσµευτικοί στόχοι για τις ΑΠΕ έως το 2030 θα µπορούν να εξασφαλίσουν τον επόµενο γύρο οικονοµικά αποδοτικών επενδύσεων.


Την ίδια στιγµή, τα ίδια στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι οι δεσµευτικοί στόχοι για τις ΑΠΕ και την εξοικονόµηση ενέργειας µπορούν να προσθέσουν µισό εκατοµµύριο περισσότερες θέσεις εργασίας στον ενεργειακό τοµέα έως το 2030, από ό,τι ένας µεµονωµένος στόχος για τις εκποµπές αερίων του θερµοκηπίου. Αυτές οι θέσεις θα προστεθούν στις 1,2 εκατοµµύρια θέσεις εργασίας, τις οποίες η αγορά ΑΠΕ έχει ήδη δηµιουργήσει στην Ευρώπη, µία αύξηση 30% από το 2009 µέσα στην χειρότερη οικονοµική κρίση του αιώνα.


Μύθος #4: Οι απαιτήσεις για επενδύσεις στο ενεργειακό δίκτυο µπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη για ένα δεσµευτικό στόχο για τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας
Κάποιοι Επίτροποι και κράτη µέλη της ΕΕ αντιτίθενται στη θέσπιση ενός δεσµευτικού στόχου για τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας και στη θέση του προτείνουν ένα εποπτικό ρόλο της ΕΕ στους εθνικούς ενεργειακούς σχεδιασµούς, συµπεριλαµβάνοντας σε αυτούς τον εκσυγχρονισµό και την αναµόρφωση των ενεργειακών δικτύων. Η επέκταση του ηλεκτρικού δικτύου της Ευρώπης, που θα συµπεριλαµβάνει διασυνοριακές διασυνδέσεις, είναι ένα προαπαιτούµενο για τη διείσδυση µεγάλων ποσοτήτων ανανεώσιµης ενέργειας.


Ωστόσο, τα µέτρα για τις ενεργειακές υποδοµές δεν µπορούν να υποκαταστήσουν ένα δεσµευτικό στόχο για τις ανανεώσιµες, καθώς είναι αδύνατο να σχεδιαστούν τα δίκτυα µε αποτελεσµατικό τρόπο χωρίς να υπάρχει σαφήνεια ως προς την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το ενεργειακό µίγµα της Ευρώπης, όπως προειδοποιούν οι ρυθµιστικές αρχές ενέργειας.


Μύθος #5: Οι στόχοι για ανανεώσιµες πηγές ενέργειας και εξοικονόµηση ενεργείας υπονοµεύουν την τιµή του άνθρακα
Η αγορά του άνθρακα στην Ευρώπη είναι ένα από τα εργαλεία που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη της µείωσης των εκποµπών αερίου του θερµοκηπίου. Ωστόσο, το σύστηµα αυτό υποφέρει από το υπερβολικό πλεόνασµα δικαιωµάτων που η βιοµηχανία µπορεί να εµπορευθεί στην αγορά, µειώνοντας τα κίνητρα για τον περιορισµό των εκποµπών. Το πλεόνασµα αυτό δεν προκαλείται από τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας ή τους στόχους για εξοικονόµηση ενέργειας, αλλά από ένα ‘παραθυράκι’ που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αποκτήσουν περισσότερες πιστώσεις αντισταθµίζοντας τις εκποµπές τους µε αµφίβολης αποτελεσµατικότητας έργα µείωσης των εκποµπών εκτός της ΕΕ. Η περιορισµένη ζήτηση λόγω της οικονοµικής κρίσης επιδείνωσε το πρόβληµα του πλεονάσµατος των δικαιωµάτων.


Το υπερβολικό αυτό πλεόνασµα των πιστώσεων οδήγησε στις πολύ χαµηλές τιµές του άνθρακα. Τον Απρίλιο του 2013 ένας τόνος άνθρακα κόστιζε 2,62 €. Σήµερα, οι τιµές κυµαίνονται περίπου στα 5€ ανά τόνο άνθρακα.


Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας υποστηρίζει ότι υπάρχει µια αµελητέα επικάλυψη ανάµεσα στους υφιστάµενους στόχους της ΕΕ για το κλίµα και την ενέργεια: τη µείωση των εκποµπών αερίων του θερµοκηπίου, την αύξηση της συµµετοχής των ΑΠΕ και την αύξηση της εξοικονόµησης ενέργειας. Στην πραγµατικότητα, υποστηρίζει ότι οι στόχοι αυτοί
αλληλοενισχύονται.


Μύθος #6: οι ΑΠΕ οδηγούν σε κατακερµατισµό της αγοράς
Η φιλοδοξία της ΕΕ είναι να δηµιουργήσει µία ενοποιηµένη αγορά ενέργειας. Η Επιτροπή
προσφάτως δηµιούργησε µία εκτενή λίστα παραγόντων που οδηγούν στον κατακερµατισµό της αγοράς. Αυτοί οι παράγοντες περιλαµβάνουν ρυθµισµένες χρεώσεις, έλλειψη διαφάνειας, ανεπάρκεια του δικτύου και διασύνδεσης, διοικητικά εµπόδια για τις ΑΠΕ και επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιµα και την πυρηνική ενέργεια.


Στις περιοχές όπου η ενοποίηση της αγοράς έχει εξελιχθεί περισσότερο, όπως σε περιοχές της ΒΔ Ευρώπης, οι ΑΠΕ έχουν γνωρίσει µεγάλη ανάπτυξη, αποδεικνύοντας ότι οι ΑΠΕ δεν είναι εµπόδιο στην ενοποίηση της αγοράς. Εθνικά µέτρα στήριξης για τις ΑΠΕ βοηθούν στην αντιµετώπιση αυτών των εµποδίων και ωθούν την Ευρώπη προς µία ενιαία αγορά ενέργειας.


Μύθος 7: Το υψηλό ενεργειακό κόστος πλήττει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα
Το πιο σηµαντικό κόστος για τις περισσότερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δεν είναι το κόστος ενέργειας, αλλά οι φόροι και το κόστος εργασίας. Οι βιοµηχανίες υψηλής ενεργειακής έντασης, όπως η τσιµεντοβιοµηχανία και η υαλουργία, υποστηρίζονται ήδη µε τη µορφή εξαιρέσεων, απαλλαγών και επιδοτήσεων, ώστε να αντισταθµίσουν οποιαδήποτε διαφορά στο ενεργειακό κόστος σε σύγκριση µε τους ανταγωνιστές εκτός Ευρώπης. Έρευνα της Επιτροπής αποκαλύπτει ότι δεν έχει σηµειωθεί ‘διαρροή άνθρακα’, δηλαδή δεν έχουν µετακινηθεί επιχειρήσεις εκτός Ευρώπης εξαιτίας της ευρωπαϊκής κλιµατικής πολιτικής.


Έκθεση της Επιτροπής που διέρρευσε αποκαλύπτει ότι η διαφορά στο ενεργειακό κόστος ανάµεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη δεν έχει επίπτωση στην ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Αυτό συµβαίνει γιατί η ευρωπαϊκή βιοµηχανία σε γενικές γραµµές είναι πιο αποδοτική ενεργειακά. Από την άλλη µεριά, η αµερικάνικη βιοµηχανία γίνεται ολοένα και λιγότερο αποδοτική ενεργειακά και άρα πιο ευάλωτη στις αυξήσεις των τιµών ενέργειας.


Το συγκριτικό πλεονέκτηµα της ευρωπαϊκής βιοµηχανίας βρίσκεται στα σύνθετα, υψηλής ποιότητας προϊόντα. Ένας δεσµευτικός στόχος για τις ΑΠΕ έως το 2030 και µία ενισχυµένη αγορά άνθρακα θα διασφαλίσουν την τεχνολογική πρωτοπορία της Ευρώπης παγκοσµίως. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει κάτι τέτοιο στη βιοµηχανική της πολιτική στρατηγική: πέντε από τα έξι πεδία προτεραιότητας σχετίζονται µε την αλλαγή του κλίµατος και το περιβάλλον.