Home Νέα Το ΙΕΝΕ περί του ενεργειακού μίγματος
Το ΙΕΝΕ περί του ενεργειακού μίγματος

Το ΙΕΝΕ περί του ενεργειακού μίγματος

0
0

Το νέο Κείμενο Εργασίας του ΙΕΝΕ με τίτλο «Για μια Εθνική Ενεργειακή Πολιτική» κάνει λόγο για ένα νέο μίγμα για την ενέργεια στην χώρα.


ieneΑναλυτικότερα, το Κείμενο Εργασίας του Ινστιτούτου προχωρά στην αποτίμηση της σημερινής (Δεκέμβριος 2013) ενεργειακής κατάστασης στην Ελλάδα, τονίζοντας την μεγάλη εξάρτηση της χώρας από τα εισαγόμενα καύσιμα, συγκριτικά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Εν συνεχεία περιγράφεται το ενεργειακό μείγμα της Ελλάδα, το οποίο βασίζεται στα πετρελαιοειδή, το φυσικό αέριο, τα στερεά καύσιμα (λιγνίτη) και τις ΑΠΕ. Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι στο ελληνικό ενεργειακό ισοζύγιο παρατηρείται έλλειψη διαφοροποίησης τόσο ως προς την σύνθεση του ενεργειακού μείγματος, όσο και ως προς την εξάρτησή του από εισαγωγές, με μικρή, μάλιστα, γεωγραφική διασπορά.


Τα παραπάνω στοιχεία είναι ενδεικτικά ενός ενεργειακού μείγματος λίαν ευάλωτου σε εξωτερικούς και μη ελεγχόμενους (από την Ελλάδα) παράγοντες. Κατά συνέπεια, προτείνεται τόσο ένα διαφοροπημένο ενεργειακό μείγμα (που θα περιλαμβάνει λιγνίτη, ένα μικρό ποσοστό εισαγόμενου λιθάνθρακα, εγχώρια παραγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο και ΑΠΕ), αλλά και η περαιτέρω διεύρυνση και αναβάθμιση των διεθνών διασυνδέσεων της χώρας σε ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο.


Στη συνέχεια το νέο αυτό Κείμενο Εργασίας του ΙΕΝΕ περιγράφει τον ηλεκτρικό τομέα της Ελλάδας και την προβληματική κατάσταση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Τονίζεται η υψηλή εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές, με τις συνεπακόλουθες αρνητικές συνέπειες. Επίσης, γίνεται αναφορά στη μεγάλη επιβάρυνση του ηλεκτρικού τομέα που αφορούν, κυρίως, τις λεγόμενες Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), που συνίστανται, κατά βάση, σε πρόσθετες επιβαρύνσεις λόγω του υψηλού κόστους ηλεκτροπαραγωγής στα νησιά που ηλεκτροδοτούνται από αυτόνομους σταθμούς παραγωγής που χρησιμοποιούν ως καύσιμο το πετρέλαιο. Επίσης, υπογραμμίζεται η κυρίαρχη, ακόμη, αλλά φθίνουσα, συμμετοχή του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρισμού, αλλά και η αυξανόμενη συμμετοχή των ΑΠΕ σε αυτήν. Η μελέτη, εξάλλου, τονίζει τα προβλήματα που παρουσιάζει η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας λόγω του τρόπου εφαρμογής του ακολουθούμενου μοντέλου οργάνωσης της αγοράς (pool). Επίσης, σημειώνεται η επιβάρυνση της κατάστασης από τις πολύ υψηλές επιδοτούμενες τιμές (feed in Tariffs) για τα φωτοβολταϊκά, οι οποίες έχουν θεσπιστεί χωρίς να εκτιμηθούν οι συνέπειες.


Η μελέτη επισημαίνει ότι, αν και η χώρα διαθέτει υψηλό δυναμικό Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, εντούτοις η γραφειοκρατία έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις στην αγορά, που ενίσχυσαν την εμπορία αδειών και αύξησαν το κόστος των επενδύσεων. Συμπεραίνεται ότι απουσιάζει η στρατηγική ανάπτυξης του ηλεκτρικού τομέα με μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ και ο κατάλληλος σχεδιασμός για να καταστεί ανταγωνιστικός για την κοινωνία και την οικονομία μακροπρόθεσμα. Μάλιστα, προτείνεται η αναθεώρηση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τις ΑΠΕ και του στόχου του 2020 σε πιο ρεαλιστική βάση και με αναπτυξιακή διάσταση, δίνοντας την δέουσα έμφαση και στις μη ηλεκτρικές χρήσεις. Επίσης, τονίζεται το αναξιοποίητο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας που διαθέτει η Ελλάδα, ενώ δίνεται έμφαση και στην ανάγκη περαιτέρω προώθησης της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας, (ΣΗΘΥΑ). Τέλος, γίνεται αναφορά στους σημερινούς στόχους και τάσεις σχετικά με τις ΑΠΕ τόσο σε επίπεδο Ε.Ε., αλλά και παγκοσμίως.


Κεντρικό σημείο του Κειμένου Εργασίας του ΙΕΝΕ «Για μία Εθνική Ενεργειακή Πολιτική» αποτελεί η ανάλυση της σημερινής κατάστασης και των τάσεων στις ενεργειακές επενδύσεις στην χώρα.


Σύμφωνα με το ΙΕΝΕ, το επενδυτικό δυναμικό της 10ετίας 2010-2020 ανέρχεται στα 35,5 δισ. ευρώ για τη χώρα, χωρίς να συμπεριληθούν σε αυτό το νούμερο διεθνείς ενεργειακές διασυνδέσεις όπως οι αγωγοί φυσικού αερίου TAP, IGI, IGB ή την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Ελλάδος – Ισραήλ κ.λπ. Η μελέτη πραγματοποιεί μία συνολική αποτίμηση της επενδυτικής δραστηριότητας των εταιρειών τόσο των συμβατικών μορφών ενέργειας (π.χ. θερμικές μονάδες με φυσικό αέριο), όσο και των ΑΠΕ (παραγωγή εξαρτημάτων φωτοβολταϊκών). Επίσης, αξιολογούνται η ως τώρα διαδικασία και οι προοπτικές των ιδιωτικοποιήσεων στην χώρα μας, με ιδιαίτερη έμφαση στις αστοχίες του ως τώρα ακολουθούμενου προγράμματος.
Στη συνέχεια, στο νέο πόνημα του Ινστιτούτου, υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα μίας Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής, καθώς, σε αντίθεση με τα ισχύοντα προ του 2008, όπου η ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού επιδιώκετο κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι πρόσφατες αρνητικές εμπειρίες υποδεικνύουν την αναγκαιότητα προβλέψεων και προγραμματισμού κατά προτεραιότητα σε εθνικό επίπεδο. Μάλιστα, τονίζεται το σοβαρό έλλειμμα, αν όχι πλήρης απουσία, ενός εθνικού ενεργειακού σχεδιασμού στην Ελλάδα, παρά τη σοβαρή προσπάθεια που έγινε μέσω ΣΕΕΣ την περίοδο 2006-2008 και πιο πρόσφατα (2012) μέσω του ΥΠΕΚΑ. Για τον σκοπό αυτό, επιχειρείται η αναλυτική διατύπωση εκτιμήσεων και προτάσεων για τρεις ενεργειακούς τομείς της χώρας με μεγάλες προοπτικές στο μέλλον και, ειδικότερα, για τους υδρογονάνθρακες, την ηλεκτρική ενέργεια και τις ΑΠΕ, και την ενεργειακή αποδοτικότητα.
Εν κατακλείδι, το Κείμενο Εργασίας διατυπώνει μία σειρά από προτάσεις για μία Εθνική Ενεργειακή Στρατηγική, ανάμεσα στις οποίες βασική είναι η δημιουργία ενός Ανώτατου Συμβουλίου Ενεργειακής Στρατηγικής με διευρυμένες αρμοδιότητες. Ακόμη, διατυπώνονται συγκεκριμένες προτάσεις για μία σειρά θεμάτων του ελληνικού ενεργειακού τομέα που χρήζουν άμεσης επίλυσης (έλλειμμα ΛΑΓΗΕ, αναγκαίες πρωτοβουλίες στον ηλεκτρικό τομέα, έρευνες υδρογονανθράκων, φορολογία στο φυσικό αέριο, προοπτικές ανάδειξης της Ελλάδας ως πύλης εισόδου στην ενεργειακή αγορά της ΝΑ Ευρώπης).