Home ΑΠΕ “Οι διεθνείς συνεργασίες είναι πάντα επιθυμητές”

“Οι διεθνείς συνεργασίες είναι πάντα επιθυμητές”

0
0

tsironisΣτην Κύπρο βρίσκεται ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Γιάννης Τσιρώνης, προκειμένου να μετέχει σε ημερίδα των Οικολόγων, με θέμα την «Αξιοποίηση φυσικών πόρων στην Κυπριακή ΑΟΖ – Πολιτικές, Ενεργειακές και Περιβαλλοντικές Πτυχές».

Σε συνέντευξή του στην κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος» ο κος Τσιρώνης φαίνεται θετικός στην ανάπτυξη διεθνών συνεργασιών πάνω σε ενεργειακά ζητήματα, πολιτική που όπως θεωρεί πρέπει να ακολουθήσει τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος.

Παράλληλα, αναφέρεται «στους μεγάλους κινδύνους που λανθάνουν σε κάθε διεθνή ενεργειακή στρατηγική, γιατί επιλογές που για δεκαετίες φάνταζαν ασφαλείς μετατράπηκαν σε παράγοντες αστάθειας από αστάθμητους διεθνείς παράγοντες».

Ακολουθεί η συνέντευξη του κ. Τσιρώνη:

Οι κυβερνήσεις, τα μεγάλα διεθνή οικονομικά τραστ, πρώτα καταστρέφουν το περιβάλλον και μετά σπεύδουν να υιοθετήσουν μέτρα. Από την πρόσφατη σύνοδο του Παρισιού τι έχει προκύψει; Πρακτικά και όχι διακηρυχτικά.

Είναι πρόωρο να πούμε τι θα προκύψει στο Παρίσι, αφού οι διαπραγματεύσεις μόλις ξεκίνησαν και θα κορυφωθούν μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου. Η παρουσία όμως του συνόλου των ηγετών του πλανήτη στην έναρξη της συνδιάσκεψης γεννά μία καλύτερη προσδοκία σε σχέση με το Κιότο ή την Κοπεγχάγη. Γίνεται φανερό ότι οι μεγάλες οικονομίες αρχίζουν και αποκτούν επιχειρηματικό ενδιαφέρον στη στροφή προς μια οικονομία ελεύθερη από ορυκτά καύσιμα.

Έχετε υποστηρίξει την ανάγκη να θεσπιστεί ένα αποτελεσματικό σύστημα διαφάνειας και λογοδοσίας. Τούτο είναι εφικτό στην πράξη δεδομένων των διαφορετικών συμφερόντων;

Η διαφάνεια και η λογοδοσία είναι πυλώνας οποιασδήποτε συμφωνίας. Είναι εφικτός στόχος, γιατί κανείς δεν θέλει να προχωρά σε αλλαγές χωρίς να γνωρίζει τι πράττουν οι άλλοι. Αυτό δεν πρέπει να οδηγεί σε υπεραισιοδοξία ότι ο αυτός ο στόχος είναι εξασφαλισμένος. Χρειάζεται σοβαρή διπλωματική μάχη και πίεση από τα κινήματα για να εξωθηθούν οι κυβερνήσεις σε συμφωνία.

Τι είναι αυτό που σας εμποδίζει για να γίνει στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές;

Η εύκολη απάντηση είναι ότι σε χώρες όπως η Κύπρος ή η Ελλάδα, τίποτα δεν εμποδίζει μία στροφή στις ανανεώσιμες, η οποία θα είναι εφαλτήριο οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο πρέπει να αντιμετωπιστούν προβλήματα από κατεστημένες νοοτροπίες και προάσπιση θέσεων εργασίας στα παλιά ενεργειακά μοντέλα. Ακόμα όμως και εάν το ενεργειακό μοντέλο αλλάξει τάχιστα, η στροφή στον κλάδο των μεταφορών είναι πιο σύνθετη. Υπάρχουν λύσεις αλλά θα πρέπει να στηριχθούν με οικονομικούς πόρους από την Ε.Ε. γιατί δεν μπορούν να εξασφαλιστούν σε σύντομο χρονικό διάστημα από τον ιδιωτικό τομέα.

Η Ελλάδα κάνει μικρά βήματα στα θέματα της έρευνας στο πεδίο της Ενέργειας. Πώς προχωράτε και πότε αναμένονται αποτελέσματα;

Η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν πρωτοπόρος στην έρευνα στον τομέα της Ενέργειας. Δυστυχώς αυτές οι πατέντες δεν αξιοποιήθηκαν από την Πολιτεία και την εθνική βιομηχανία, οπότε πουλήθηκαν σε ξένους. Ωστόσο είμαι αισιόδοξος γιατί γίνομαι τακτικά δέκτης εξαίρετων καινοτόμων προτάσεων. Αν και η έρευνα και η τεχνολογία δεν είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, είμαι ανοιχτός στις προτάσεις και αρωγός στο να τύχουν της προσοχής των συναδέλφων μου.

Εκτιμάται πως σε σχέση με τα θέματα της ενέργειας θα αποδώσουν οι συνεργασίες με Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο;

Οι διεθνείς συνεργασίες είναι πάντα επιθυμητές και πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα. Δυστυχώς η Ελλάδα δεν πρωτοστατούσε σε αυτόν τον τομέα και συνήθως ακολουθούσε ευρύτερες γεωπολιτικές στρατηγικές της Ε.Ε. ή των ΗΠΑ στην κατεύθυνση του δόγματος «Ανήκομεν εις την Δύσιν». Χωρίς να αμφισβητήσουμε ριζικά τους ιστορικούς δεσμούς της Ελλάδας με την Ε.Ε. ή τις ΗΠΑ, πρέπει να πάρουμε πρωτοβουλίες συνεργασιών με όλες τις υπόλοιπες χώρες και ιδίως με τις χώρες της Νοτιοανατολικής Μεσογείου με τις οποίες έχουμε κοινές προοπτικές. Θα πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε τους μεγάλους κινδύνους που λανθάνουν σε κάθε διεθνή ενεργειακή στρατηγική, γιατί επιλογές που για δεκαετίες φάνταζαν ασφαλείς μετατράπηκαν σε παράγοντες αστάθειας από αστάθμητους διεθνείς παράγοντες. Πρόσφατο τραγικό παράδειγμα η ύπαρξη του Ισλαμικού Κράτους, που συνδέεται στενά με πρόσφατες ενεργειακές γεωπολιτικές επιλογές. Είμαι λοιπόν ιδιαίτερα θετικός σε πρωτοβουλίες της Ελλάδας και της Κύπρου, αλλά με βήματα πολύ προσεκτικά και μελετημένα.

Η Αθήνα δεν προχωρεί στον καθορισμό ΑΟΖ με Κύπρο. Γιατί καθυστερούν οι κυβερνήσεις σε αυτό το θέμα; Λόγω Τουρκίας;

Νομίζω ότι η γενική απάντηση στο ερώτημα συνδέεται με την προηγούμενη τοποθέτησή μου. Δεν θεωρώ όμως τον εαυτό μου αρμόδιο να απαντήσει για τις εξειδικευμένες επιλογές του Υπουργείου Εξωτερικών. Ωστόσο ως οικολόγος οφείλω να υπενθυμίσω ότι σε παλαιότερη δημοσίευσή μου στο yannistsironis.blogspot.com «Ελληνικά Πετρέλαια: Πακτωλός ή Αερολογία», αμφισβητώ με συγκριτικά στοιχεία τα οικονομικά οφέλη από ενδεχόμενη εξόρυξη ορυκτών καυσίμων. Αποδεικνύω ότι η εξόρυξη ορυκτών καυσίμων δεν εξασφαλίζει θετικά οφέλη για την οικονομία, ενώ αντίθετα μπορεί να έχει και αρνητικά αποτελέσματα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να επενδύσουν το ταχύτερο στις ΑΠΕ και να γίνουν, χάρις και στη διασύνδεση, εξαγωγείς φθηνής και αέναης ενέργειας.

Οι δύο κοινότητες να συναντηθούν χωρίς πάτρωνες και «εγγυητές»

Ως Οικολόγος έχετε μελετήσει την περιβαλλοντική καταστροφή της κατεχόμενης Κύπρου από την κατοχική δύναμη, την Τουρκία;

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Οικολόγος για να καταγγείλει τον παραλογισμό της συνεχιζόμενης κατοχής. Η Κύπρος είναι ένα ενιαίο κράτος και η διχοτόμησή της θα συσσωρεύει εκθετικά περιβαλλοντικές αλλά και κοινωνικοοικονομικές ζημίες.

Το σπουδαιότερο: Οι περιβαλλοντικές ζημίες είναι αμετάκλητες και θα επιβαρύνουν τα παιδιά μας ακόμα και μετά την ενοποίηση της μεγαλονήσου. Πρέπει άμεσα οι δύο κοινότητες να συναντηθούν χωρίς πάτρωνες και «εγγυητές» και να επανασχεδιάσουν το κοινό τους μέλλον. Όλοι ξέρουμε ότι επί εκατονταετίες οι δύο κοινότητες έζησαν ειρηνικά και ότι οι εθνικισμοί εισήχθησαν από ξένα συμφέροντα, άσχετα με τις ανάγκες και τα οράματα του κυπριακού λαού. Θεωρώ ότι έχει παρέλθει ικανός χρόνος από τις αποφράδες ημέρες του 1974 και οι νέοι άνθρωποι δεν έχουν κανένα λόγο να διαιωνίζουν το μίσος, που -επαναλαμβάνω- ήταν εισαγόμενο. Είμαι λοιπόν αισιόδοξος ότι θα ζήσουμε την επανένωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά η αισιοδοξία θα πρέπει να στηρίζεται σε σκληρές, άοκνες και ειλικρινείς προσπάθειες από τις δύο κοινότητες.

Ένα διαπλεκόμενο  καθεστώς κατέστρεψε την παραγωγική μηχανή της χώρας

-Συμμετέχετε στην κυβέρνηση Τσίπρα ως συνεργαζόμενο Κίνημα. Το στοίχημα για τη χώρα και για τον κυβερνητικό συνασπισμό είναι κατά πόσο θα πετύχει το εγχείρημα στην οικονομία. Ήδη κατηγορείστε ότι έχετε υπαναχωρήσει από τις βασικές σας θέσεις έναντι των μνημονιακών πολιτικών.

-Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η καλοκαιρινή συμφωνία, που εξασφάλισε την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, ήταν μία υφεσιακή συμφωνία και μία υποχώρηση από τους αρχικούς μας στόχους. Πιστεύαμε και εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι μία αναπτυξιακή συμφωνία θα ήταν επωφελέστερη και για τους Έλληνες και για τους δανειστές μας. Δυστυχώς το ισχυρότατο «λόμπι της δραχμής των Βρυξελλών» κυριάρχησε στους κύκλους των συνομιλητών μας και υπονόμευσε μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρεθεί εκτός συμφωνίας στα τέλη Ιουνίου. Να επισημάνουμε ότι τα οικονομικά συμφέροντα που σχεδίαζαν μία εκβιαστική έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ είχαν ξεκινήσει το έργο τους από το 2012 και κυρίως από τον Αύγουστο του 2014 εξαναγκάζοντας την κυβέρνηση Σαμαρά να δραπετεύσει γιατί ήταν προδιαγεγραμμένη για τον Φεβρουάριο η έξοδος της Ελλάδας από τη συμφωνία. Αποδείχθηκε υπεραισιόδοξη η προσπάθεια της νέας κυβέρνησης να μεταστρέψει τις προθέσεις των δανειστών και να εξασφαλίσει μία επώδυνη αλλά αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Άρα είναι ορθή η διαπίστωση ότι «υπαναχωρήσαμε» στον βαθμό που δεν καταφέραμε να επιβάλουμε τις προτάσεις μας. Αυτή όμως είναι η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι αποφύγαμε την εκβιαστική έξοδο από το ευρώ, που θα οδηγούσε σε ένα ραγδαία υποτιμούμενο νόμισμα. Αποφύγαμε την άγρια φτωχοποίηση του λαού μας, που θα αγόραζε ζωτικά αγαθά με έναν καλπάζοντα πληθωρισμό, την ίδια ώρα που οι πολυεθνικές θα αγόραζαν πάγιες αξίες (γη, επιχειρήσεις) σε εξευτελιστικές τιμές. Δεν κάνω υποθέσεις. Περιγράφω ό,τι συνέβη στις χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, όταν κατέρρευσαν οι οικονομίες τους και έγιναν πεδίο άγριων εξαγορών. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι άνοιξε ο διάλογος για τη βιωσιμότητα του χρέους και εξασφαλίσαμε επαρκή οικονομικό χρόνο για τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που οι προκάτοχοί μας διακήρυσσαν αλλά δεν έκαναν. Το σπουδαιότερο: Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε εξαιτίας του ευρώ. Ένα διαπλεκόμενο καθεστώς κατέστρεψε την παραγωγική μηχανή της χώρας, με τη συνενοχή ενός κρατικοδίαιτου ιδιωτικού τομέα. Στην κατεύθυνση λοιπόν μιας παραγωγικής ανασυγκρότησης και μίας βιώσιμης οικονομίας που να σέβεται τον άνθρωπο και το περιβάλλον δεν έχουμε κάνει καμία υπαναχώρηση.