Ραγδαία αύξηση των ανεξόφλητων λογαριασμών ρεύματος
Ραγδαία είναι η αύξηση στους ανεξόφλητους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι έφτασαν τα 3,4 δισ. ευρώ το 2024, μια αύξηση 40% από το προηγούμενο έτος. Αυτή η επιδείνωση αφορά τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις, με ένα σημαντικό ποσό να προέρχεται από καταναλωτές που αλλάζουν πάροχο χωρίς να εξοφλούν παλαιές οφειλές. Περίπου 4 στους 10 καταναλωτές έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη, κυρίως στη χαμηλή τάση.
Κυριαρχή πρακτική είναι η κατάχρηση της δυνατότητας μετακίνησης από εταιρεία σε εταιρεία, χωρίς την εξόφληση των παλαιών υποχρεώσεων. Αυτή η πρακτική έχει χαρακτηριστεί από τους προμηθευτές ως “ενεργειακός τουρισμός”. Σύμφωνα με την έκθεση της ΡΑΑΕΥ, διατηρούνται θεσμικά “παράθυρα” που επιτρέπουν τη συστηματική ασυνέπεια ορισμένων καταναλωτών, οι οποίοι είναι γνωστοί στην αγορά ως “στρατηγικοί κακοπληρωτές”. Αυτό υποδηλώνει ότι υπάρχουν συστημικοί παράγοντες που επιτρέπουν σε ορισμένους καταναλωτές να αποφύγουν την πληρωμή παλαιών χρεών κατά την αλλαγή παρόχου.
Η γενικότερη επιδείνωση του φαινομένου των ληξιπρόθεσμων οφειλών αντανακλά τη δυσκολία αποπληρωμής των λογαριασμών ρεύματος εν μέσω οικονομικών πιέσεων. Αν και αυτό αφορά την αιτία των οφειλών γενικά, μπορεί να συμβάλλει στο κίνητρο ορισμένων καταναλωτών να αλλάξουν πάροχο χωρίς εξόφληση, εάν αντιμετωπίζουν οικονομική δυσχέρεια.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι περίπου 1,6 δισ. ευρώ από τα συνολικά ανεξόφλητα ποσά αφορούν καταναλωτές που έχουν αλλάξει πάροχο. Η πλειονότητα των οφειλών (ύψους 2,4 δισ. ευρώ) προέρχεται από τη χαμηλή τάση, εκ των οποίων περίπου 700 εκατ. ευρώ αφορούν νοικοκυριά που έχουν αποχωρήσει από τον αρχικό τους πάροχο.
Οι αυξανόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές έχουν σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στη σταθερότητα της αγοράς ενέργειας, καθώς δημιουργούν ένα τεράστιο οικονομικό βάρος στην αγορά προμήθειας. Οι ανεξόφλητες οφειλές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας επηρεάζουν τις τιμές των τιμολογίων, καθώς η πρακτική της αλλαγής παρόχου χωρίς την εξόφληση παλαιών υποχρεώσεων δημιουργεί ένα κόστος για τους προμηθευτές, το οποίο σύμφωνα με εκτίμηση της ΡΑΑΕΥ, μετακυλίεται στους καταναλωτές. Εκτιμάται ότι το μέσο κόστος αυτής της επιβάρυνσης για τους προμηθευτές – και κατ’ επέκταση για τους καταναλωτές – φτάνει τα 6 λεπτά ανά κιλοβατώρα.