Οι τιμές ρεύματος επιστρέφουν στην κανονικότητα – Η σύγκριση με την ΕΕ
Παρά τις υψηλές διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δείχνει σημάδια σταθεροποίησης. Οι τιμές λιανικής και χονδρικής επιστρέφουν σταδιακά στα προ κρίσης επίπεδα, ενώ οι δομικές αλλαγές στο ενεργειακό μείγμα και οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενισχύουν τη βιωσιμότητα αυτής της τάσης.
Η αποκλιμάκωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι πλέον εμφανής. Παρότι το κόστος του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων CO₂ παραμένει υψηλότερο σε σχέση με το 2021, οι τιμές χονδρικής έχουν επανέλθει σε επίπεδα 70–100 ευρώ/MWh, συγκρίσιμα με την περίοδο πριν από την ενεργειακή κρίση.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η αυξημένη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Από το 2019, η παραγωγή τους αυξήθηκε κατά περίπου 14 TWh, συμβάλλοντας σε εκτιμώμενη μείωση της χονδρικής τιμής κατά 31 ευρώ/MWh. Παράλληλα, η απεξάρτηση από τη λιγνιτική παραγωγή, που επιβαρύνεται από τα δικαιώματα εκπομπών, μείωσε περαιτέρω το κόστος.
Στη λιανική αγορά, η αποκλιμάκωση αντικατοπτρίζεται στο τιμολόγιο Γ1 της ΔΕΗ, που σήμερα ανέρχεται στα 0,129 €/kWh, έναντι 0,11 €/kWh πριν από την κρίση. Παρότι παραμένει ελαφρώς αυξημένο, το χάσμα με τα επίπεδα-ρεκόρ της ενεργειακής κρίσης έχει σχεδόν κλείσει.
Η εικόνα της Ελλάδας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη παρουσιάζει αντιθέσεις. Σε γενικές γραμμές, η χώρα κινείται κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ στις λιανικές τιμές, κατατασσόμενη περίπου στη 16η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Household Energy Price Index (HEPI), η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο διαμορφώθηκε στα 25,43 c€/kWh, περίπου 4,8% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (24,26 c€/kWh).
Παρότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις ακριβότερες αγορές —ακριβότερες παραμένουν το Βερολίνο, η Βέρνη και το Δουβλίνο—, η προσαρμογή των τιμών στην αγοραστική δύναμη αποκαλύπτει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δέχονται μεγαλύτερη πίεση. Όταν υπολογιστούν οι τιμές σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται πάνω από τον μέσο όρο, λόγω του χαμηλότερου εισοδήματος.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ σε επίπεδο ΕΕ οι λογαριασμοί αυξήθηκαν κατά περίπου 5% τον Σεπτέμβριο, η Ελλάδα σημείωσε τη μεγαλύτερη μηνιαία μείωση. Ένα σαφές σημάδι ομαλοποίησης μετά από δύο χρόνια αστάθειας.
Πίσω από τη σταδιακή εξομάλυνση των τιμών βρίσκεται μια σειρά από διαρθρωτικές μεταβολές και πολιτικές επιλογές που επηρεάζουν άμεσα το τελικό κόστος της ενέργειας.
Στην Ελλάδα, το καθαρό ενεργειακό κόστος αντιστοιχεί περίπου στο 50% του τελικού τιμολογίου, ενώ το υπόλοιπο προκύπτει από ρυθμιστικά και φορολογικά στοιχεία — διανομή (28%), ενεργειακοί φόροι (8%) και ΦΠΑ (14%). Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το μισό κόστος δεν συνδέεται άμεσα με την αγορά, περιορίζοντας τα οφέλη του ανταγωνισμού για τον καταναλωτή.
Η διατήρηση της πτωτικής τάσης στις τιμές απαιτεί:
- Περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ και ενσωμάτωσή τους στο σύστημα.
- Επενδύσεις σε υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, για σταθεροποίηση της παραγωγής.
- Αναβάθμιση των δικτύων μεταφοράς και διανομής, ώστε να ενισχυθεί η αξιοπιστία και η διασύνδεση με γειτονικές αγορές.
- Αναθεώρηση του φορολογικού πλαισίου, που σήμερα απορροφά σημαντικό μέρος του τελικού κόστους.
Εφόσον συνεχιστεί αυτή η πορεία, η Ελλάδα μπορεί όχι μόνο να διατηρήσει τις τιμές σε προ κρίσης επίπεδα, αλλά και να εδραιώσει μια πιο σταθερή και βιώσιμη ενεργειακή αγορά.