Έντονες ενστάσεις για το νομοσχέδιο για την αλυσίδα αποθήκευσης CO2 που κατατέθηκε στη Βουλή
Έντονη διχογνωμία προκαλεί στην αγορά ενέργειας το νομοσχέδιο για τη Δέσμευση, Χρήση, Μεταφορά και Αποθήκευση Διοξειδίου του Άνθρακα (CCS), το οποίο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρουσιάζει ως σύγχρονο πλαίσιο που ενσωματώνει τις ευρωπαϊκές οδηγίες και στηρίζει την ανάπτυξη εγχώριας τεχνογνωσίας. Η βιομηχανία, ωστόσο, εκφράζει σοβαρές αντιρρήσεις, επισημαίνοντας ότι οι ρυθμίσεις καθιστούν τα έργα οικονομικά μη βιώσιμα και θέτουν σε κίνδυνο επενδύσεις άνω των 4 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Το επίκεντρο της διαφωνίας
Οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν στον σχεδιασμό της αλυσίδας CCS θεωρούν ότι το επενδυτικό μοντέλο που προκύπτει από το νομοσχέδιο δεν μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη. Η αλυσίδα απαιτεί ταυτόχρονη εξέλιξη τόσο της υποδομής αποθήκευσης όσο και των έργων δέσμευσης CO₂. Τυχόν καθυστέρηση σε οποιοδήποτε στάδιο αποσταθεροποιεί τον συνολικό σχεδιασμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο Prinos CO₂, επένδυση άνω του 1 δισ. ευρώ, από το οποίο εξαρτώνται οι βιομηχανικές επενδύσεις δέσμευσης CO₂ των Τιτάν, Ηρακλή και Motor Oil, που έχουν ήδη εξασφαλίσει 450 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Καινοτομίας της ΕΕ. Η αγορά αναφέρει ότι χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα για την υποδομή αποθήκευσης, η δέσμευση CO₂ στις βιομηχανίες δεν μπορεί να προχωρήσει.
Το υβριδικό σύστημα ρύθμισης χωρητικότητας
Σημείο ιδιαίτερης κριτικής αποτελεί το «υβριδικό» μοντέλο κατανομής χωρητικότητας που εισάγει το νομοσχέδιο. Βιομηχανικοί φορείς επισημαίνουν ότι δεν εφαρμόζεται σε κανένα άλλο ευρωπαϊκό κράτος και δεν προσφέρει σταθερό πλαίσιο λειτουργίας. Ζητούν είτε πλήρως ελεύθερη διαγωνιστική διαδικασία είτε πλήρη ρύθμιση, υποστηρίζοντας ότι ο συνδυασμός των δύο δεν επιτρέπει προβλεψιμότητα.
Οικονομικός κίνδυνος μόνο για τους επενδυτές
Ανησυχία προκαλεί και ο τρόπος με τον οποίο το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει τον οικονομικό κίνδυνο. Ενώ θέτει ανώτατο όριο κέρδους για τον Διαχειριστή της αποθήκης, δεν προσδιορίζει τι συμβαίνει σε περίπτωση ζημιών. Οι επιχειρήσεις κάνουν λόγο για μοντέλο στο οποίο ρυθμίζεται ο κίνδυνος των χρηστών της υποδομής, αλλά όχι του επενδυτή που αναλαμβάνει το αρχικό ρίσκο.
Παράλληλα, μεταφέρονται κρίσιμες αποφάσεις στην ΕΔΕΥΕΠ, όπως οι τιμολογιακές πολιτικές και η κατανομή χωρητικότητας. Η βιομηχανία θεωρεί ότι αυτό περιορίζει την ικανότητα σχεδιασμού και αυξάνει την αβεβαιότητα, καθώς τα επιμέρους κανονιστικά κείμενα παραπέμπονται για μελλοντική έκδοση.
Καταβολή τελών προ εσόδων
Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί αντίδραση είναι η πρόβλεψη επιβολής ανταποδοτικών τελών προς την τοπική κοινωνία από την έκδοση της άδειας αποθήκευσης, παρότι η λειτουργία του έργου μπορεί να ξεκινήσει 3 έως 4 χρόνια αργότερα. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι μπορεί να χρειαστεί να πληρώσουν έως και 10 εκατομμύρια ευρώ πριν υπάρξει οποιαδήποτε είσπραξη, γεγονός που επιβαρύνει την οικονομική βιωσιμότητα των έργων.
Οι επενδύσεις που κινδυνεύουν
Το σύνολο των επενδύσεων που εξαρτώνται από το νέο πλαίσιο ξεπερνά τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε αυτά περιλαμβάνονται:
• το έργο Prinos CO₂, άνω του 1 δισ. ευρώ
• οι επενδύσεις δέσμευσης CO₂ των Τιτάν, Ηρακλή και Motor Oil, με επιδοτήσεις 450 εκατομμυρίων ευρώ
• το έργο Apollo CO₂ του ΔΕΣΦΑ, χρηματοδοτούμενο με 169,3 εκατομμύρια ευρώ
Η αγορά εκτιμά ότι η πλήρης λειτουργία της αλυσίδας CCS θα μπορούσε να εξοικονομήσει περίπου 250 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για τις ελληνικές βιομηχανίες και να προστατεύσει από κόστος εκπομπών που μπορεί να φτάσει το 1 δισ. ευρώ ετησίως εάν σταματήσει η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων.
Προθεσμίες και επόμενα βήματα
Το ΥΠΕΝ επιχειρεί να διατηρήσει τον στόχο της απορρόφησης πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης έως το τέλος του 2025 και θεωρεί το νομοσχέδιο κρίσιμη πρωτοβουλία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ωστόσο, οι πρώτες τοποθετήσεις της αγοράς δείχνουν έντονη επιφυλακτικότητα.
Η βασική θέση των βιομηχανιών είναι ότι χωρίς πλήρη ρυθμιστική σαφήνεια και προβλεψιμότητα, κανένα έργο CCS δεν μπορεί να καταστεί οικονομικά βιώσιμο. Το επόμενο διάστημα θα κρίνει εάν το νομοσχέδιο θα τροποποιηθεί ώστε να διασφαλίζει τη λειτουργία της αλυσίδας CCS και την προώθηση των επενδύσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη.