Βιομηχανική ενέργεια: πιέσεις για χαμηλότερες τιμές – διάσταση απόψεων για το μοντέλο στήριξης
Η επιμονή του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι οι σημερινές τιμές υπονομεύουν την παραγωγή και τις εξαγωγές, ενώ την ίδια στιγμή η ευρωπαϊκή πολιτική για την πράσινη μετάβαση απαιτεί νέες επενδύσεις σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών. Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή πίεση: υψηλό λειτουργικό κόστος και αυξημένες κεφαλαιακές ανάγκες.
Στην Ελλάδα, η ανησυχία αυτή εκφράζεται πλέον με διαφοροποιημένες προτάσεις στο εσωτερικό της ίδιας της βιομηχανίας. Ο ΣΕΒ επιμένει στην υιοθέτηση του λεγόμενου ιταλικού μοντέλου (Energy Release 2.0), ενώ η ΕΒΙΚΕΝ θεωρεί ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο CISAF αποτελεί τη μόνη άμεσα εφαρμόσιμη λύση για τη μείωση του κόστους ρεύματος.
Ιταλικό μοντέλο ή CISAF
Το ιταλικό σχήμα συνδέει την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας της βιομηχανίας με την ανάπτυξη νέων έργων ανανεώσιμων πηγών. Ένας κεντρικός φορέας εξασφαλίζει σταθερή τιμή προμήθειας – στην Ιταλία γύρω στα 65 €/MWh – με αντάλλαγμα την επένδυση σε νέα ισχύ ΑΠΕ. Υποστηρικτές του θεωρούν ότι δημιουργεί μακροχρόνια προβλεψιμότητα και ενισχύει ταυτόχρονα την παραγωγή καθαρής ενέργειας.
Το CISAF λειτουργεί διαφορετικά. Πρόκειται για μηχανισμό κρατικής ενίσχυσης που συμπληρώνει την αντιστάθμιση κόστους CO₂ και στοχεύει σε τελικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας 50–60 €/MWh. Η ενίσχυση καλύπτει έως το 50 % της τιμής αγοράς και έως το 50 % της κατανάλωσης, με ελάχιστη τιμή αναφοράς 50 €/MWh. Περιλαμβάνει επίσης υποχρέωση επανεπένδυσης μέρους της ενίσχυσης σε δράσεις απανθρακοποίησης και ευνοεί την επιτόπου παραγωγή καθαρής ενέργειας.
Η βασική διαφορά είναι ότι το ιταλικό μοντέλο συνδέεται με ανάπτυξη νέων ΑΠΕ και μακροχρόνια συμβόλαια, ενώ το CISAF αποτελεί άμεση δημοσιονομική παρέμβαση στο κόστος. Η κυβέρνηση έχει ενημερώσει ότι το ιταλικό σχήμα δεν εγκρίνεται για εφαρμογή στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γεγονός που οδηγεί την ΕΒΙΚΕΝ να ζητά υιοθέτηση του CISAF χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις.
Ενέργεια και ανταγωνιστικότητα
Οι βιομηχανικοί κλάδοι έντασης ενέργειας επισημαίνουν ότι για να διατηρηθεί παραγωγή στην Ευρώπη απαιτείται τιμή ηλεκτρικής ενέργειας περίπου 50 €/MWh. Σε αρκετές αγορές της Ε.Ε. οι τιμές κινούνται σημαντικά υψηλότερα, γεγονός που διευρύνει τη διαφορά κόστους με ανταγωνιστές όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα. Στην Ελλάδα, οι επιχειρήσεις εκτιμούν ότι χωρίς παρόμοια επίπεδα τιμών η διεθνής τους θέση επιδεινώνεται.
Η επίδραση δεν περιορίζεται στο λειτουργικό κόστος. Η απανθρακοποίηση της βιομηχανίας απαιτεί επενδύσεις σε ηλεκτροδότηση διεργασιών, υδρογόνο ή δέσμευση άνθρακα. Όταν η ενέργεια είναι ακριβή, οι επενδύσεις αυτές καθίστανται δυσκολότερες, επιβραδύνοντας την πράσινη μετάβαση.
Η λειτουργία του ιταλικού μηχανισμού έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, καθώς μεγάλοι όμιλοι – μεταξύ τους η Metlen – τον αξιοποιούν για να συνδέσουν νέα έργα ΑΠΕ με ενεργοβόρες εγκαταστάσεις στην Ιταλία. Το παράδειγμα προβάλλεται από τον ΣΕΒ ως ένδειξη ότι το σχήμα μπορεί να στηρίξει βιομηχανική παραγωγή και επενδύσεις καθαρής ενέργειας ταυτόχρονα.
Πολιτικές πιέσεις στην Ευρώπη
Το ζήτημα έχει πλέον περάσει σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες ζητούν παρεμβάσεις για μείωση του ενεργειακού κόστους και περιορισμό διοικητικών εμποδίων στην ενιαία αγορά ενέργειας. Η συζήτηση περιλαμβάνει ενίσχυση διασυνδέσεων, αξιοποίηση πόρων από το σύστημα ρύπων και απλούστευση διαδικασιών για επενδύσεις.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές βιομηχανικές ενώσεις ζητούν αναθεώρηση του πλαισίου ETS το 2026 και μέτρα που θα περιορίσουν το κόστος ηλεκτρισμού για τους ενεργοβόρους κλάδους.
Συμφωνία ως προς τον στόχο – διαφωνία στον τρόπο
Η ελληνική βιομηχανία εμφανίζεται ενιαία ως προς τον στόχο – σταθερές και χαμηλότερες τιμές ενέργειας – αλλά όχι ως προς το μέσο επίτευξης. Η επιλογή μεταξύ ενός μηχανισμού άμεσης ενίσχυσης και ενός σχήματος μακροχρόνιας σύνδεσης με ΑΠΕ παραμένει ανοιχτή, ενώ η πίεση χρόνου αυξάνεται. Για τις επιχειρήσεις, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ενεργειακό κόστος, αλλά τη διατήρηση παραγωγικής δραστηριότητας στην Ευρώπη σε συνθήκες ενεργειακής μετάβασης.