ACER: Τα σταθερά τιμολόγια κυριαρχούν, η Ελλάδα υστερεί στους έξυπνους μετρητές
Παρά την επιστροφή των ευρωπαϊκών αγορών ηλεκτρικής ενέργειας σε πιο ομαλές συνθήκες σε σχέση με την περίοδο 2022-2023, οι περισσότεροι καταναλωτές εξακολουθούν να επιλέγουν σταθερά τιμολόγια, επιδιώκοντας προστασία από τις διακυμάνσεις των τιμών. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της νέας έκθεσης του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), η οποία αναδεικνύει, ωστόσο, μια αντίφαση: την ώρα που τα νοικοκυριά αναζητούν προβλεψιμότητα στο κόστος της ενέργειας, η ενεργειακή μετάβαση προϋποθέτει μεγαλύτερη ευελιξία στην κατανάλωση και ευρύτερη αξιοποίηση δυναμικών τιμολογίων.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ACER συνδέει την περιορισμένη διάδοση των δυναμικών τιμολογίων με την καθυστέρηση στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών σε αρκετά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ενώ παράλληλα προτείνει αλλαγές στον σχεδιασμό της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού, με στόχο την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διασυνδέσεων και της αυξανόμενης παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η ανάγκη για ασφάλεια κρατά στην κορυφή τα σταθερά τιμολόγια
Σύμφωνα με την έκθεση, το 52% των οικιακών καταναλωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Νορβηγία διαθέτει συμβόλαια σταθερής τιμής και συγκεκριμένης διάρκειας.
Η επιλογή αυτή αντανακλά την ανάγκη των νοικοκυριών να προστατευθούν από την αβεβαιότητα που δημιούργησε η ενεργειακή κρίση. Αν και οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά έχουν αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα επίπεδα του 2022, οι λιανικές τιμές του φυσικού αερίου εξακολουθούν να παραμένουν περίπου 70% υψηλότερες από τα προ κρίσης επίπεδα, διατηρώντας έντονη την ανάγκη για προβλεψιμότητα στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Για το 2025, ο ACER εκτιμά ότι η μέση ετήσια δαπάνη ενός ευρωπαϊκού νοικοκυριού διαμορφώθηκε στα 840 ευρώ για ηλεκτρική ενέργεια και στα 1.170 ευρώ για φυσικό αέριο.
Γιατί η ΕΕ επιδιώκει περισσότερα δυναμικά τιμολόγια
Παρά την κυριαρχία των σταθερών συμβολαίων, η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, επιδιώκοντας μεγαλύτερη συμμετοχή των καταναλωτών στη διαχείριση της ζήτησης.
Τα δυναμικά τιμολόγια, τα οποία ακολουθούν τις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, δίνουν τη δυνατότητα στους καταναλωτές να μειώσουν το κόστος μεταφέροντας την κατανάλωσή τους στις ώρες όπου η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνότερη, κυρίως όταν υπάρχει υψηλή παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές.
Με τον τρόπο αυτό περιορίζονται οι αιχμές ζήτησης, αξιοποιείται αποτελεσματικότερα η παραγωγή από ΑΠΕ και μειώνεται συνολικά το κόστος λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος.
Ωστόσο, μόλις το 7% των Ευρωπαίων καταναλωτών έχει επιλέξει δυναμικά τιμολόγια. Ο ACER αποδίδει τη χαμηλή διείσδυσή τους τόσο στην επιφυλακτικότητα των καταναλωτών απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών όσο και στις ελλείψεις των απαραίτητων υποδομών.
Η Ελλάδα υστερεί στους έξυπνους μετρητές
Η έκθεση αναδεικνύει τη σημαντική απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών.
Στη χώρα, έξυπνο μετρητή διαθέτει μόλις το 12% των καταναλωτών, έναντι 66% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χαμηλότερες επιδόσεις καταγράφονται μόνο σε λίγες χώρες, όπως η Γερμανία (2%) και η Κύπρος (0%), ενώ σε αγορές όπως η Ιταλία και η Σουηδία η εγκατάσταση έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί.
Για τον ACER, η υστέρηση αυτή δεν αποτελεί μόνο τεχνολογικό έλλειμμα. Περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης δυναμικών τιμολογίων, υπηρεσιών απόκρισης ζήτησης και γενικότερα της ενεργού συμμετοχής των καταναλωτών στην αγορά ηλεκτρισμού, η οποία αποτελεί βασικό στόχο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.
Η εικόνα της ελληνικής αγοράς
Παρά τις διακυμάνσεις που εξακολουθούν να καταγράφονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρώτο εξάμηνο του 2025 η μέση τιμή για τα ελληνικά νοικοκυριά διαμορφώθηκε στα 22,9 ευρώ ανά 100 kWh, έναντι 28,79 ευρώ στην ΕΕ.
Ο αντίστοιχος ετήσιος λογαριασμός υπολογίζεται στα 746 ευρώ, έναντι 840 ευρώ κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ο ACER επισημαίνει, ωστόσο, ότι η σύγκριση των ονομαστικών τιμών δεν αποτυπώνει πλήρως το πραγματικό βάρος για τα νοικοκυριά, καθώς αυτό επηρεάζεται από το διαθέσιμο εισόδημα, την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών και τα χαρακτηριστικά κάθε σύμβασης προμήθειας.
Οι προτάσεις για την αγορά ηλεκτρισμού
Πέρα από τη λιανική αγορά, η έκθεση περιλαμβάνει προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Ο ACER εκτιμά ότι η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διασυνοριακών διασυνδέσεων και η βελτίωση της σύζευξης των αγορών μπορούν να περιορίσουν τις αποκλίσεις στις τιμές μεταξύ των κρατών-μελών, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως η Νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου οι διαφορές παραμένουν σημαντικές.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνει, μεταξύ άλλων, αλλαγές στους αλγορίθμους σύζευξης των αγορών, αναθεώρηση του τρόπου λειτουργίας των ενδοημερήσιων δημοπρασιών και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της διαθέσιμης διασυνοριακής δυναμικότητας, ώστε η ηλεκτρική ενέργεια να κατευθύνεται ευκολότερα από τις αγορές με χαμηλότερες τιμές προς εκείνες με υψηλότερο κόστος.
Στόχος των παρεμβάσεων είναι η μείωση του συνολικού κόστους του συστήματος, η καλύτερη ενσωμάτωση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού.
Η δημόσια διαβούλευση για τις προτάσεις βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ η οριστικοποίηση του νέου πλαισίου αναμένεται έως τις 21 Ιανουαρίου 2027.