Πετρέλαιο και φυσικό αέριο: Δύο διαφορετικές αγορές απέναντι στην ενεργειακή αβεβαιότητα
Διαφορετική είναι η αντίδραση των αγορών πετρελαίου και φυσικού αερίου στις γεωπολιτικές εξελίξεις του 2026, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Eurobank. Το πετρέλαιο εμφανίζει μεγαλύτερη δυνατότητα προσαρμογής, καθώς η Ευρώπη έχει διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές προμήθειάς της και η παγκόσμια αγορά διαθέτει αυξημένα αποθέματα. Στο φυσικό αέριο, αντίθετα, οι περιορισμένες αποθηκευτικές ποσότητες στην Ευρώπη, η εξάρτηση από το LNG και ο ανταγωνισμός με την Ασία διατηρούν υψηλότερες πιέσεις στις τιμές.
Η διαφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και της αβεβαιότητας για την πορεία των ενεργειακών ροών. Η Eurobank εξετάζει δύο βασικά σενάρια για το υπόλοιπο του 2026, με την εξέλιξη των γεωπολιτικών εντάσεων να αποτελεί τον βασικό παράγοντα για την πορεία των τιμών.
Γιατί το πετρέλαιο προσαρμόζεται ταχύτερα
Η αγορά πετρελαίου διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία σε σχέση με εκείνη του φυσικού αερίου. Το αργό μπορεί να μεταφερθεί ευκολότερα μέσω θαλάσσης και οι αγοραστές μπορούν να στραφούν σχετικά γρήγορα σε διαφορετικούς προμηθευτές όταν προκύπτουν προβλήματα στην προσφορά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης περιορίσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη Ρωσία. Το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές αργού πετρελαίου της ΕΕ μειώθηκε από 21,1% κατά μέσο όρο την περίοδο 2015-2021 σε μόλις 2,2% το 2025.
Το κενό καλύφθηκε από διαφορετικές πηγές, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Καζακστάν, η Σαουδική Αραβία, η Νορβηγία, η Βραζιλία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Η διαφοροποίηση αυτή έχει περιορίσει την επίδραση των γεωπολιτικών διαταραχών στην ευρωπαϊκή αγορά πετρελαίου. Παράλληλα, η παγκόσμια αγορά χαρακτηρίζεται από αυξημένη προσφορά και υψηλά αποθέματα, με την Κίνα να έχει ενισχύσει σημαντικά τα δικά της αποθέματα.
Ως αποτέλεσμα, η άνοδος του Brent μετά την έναρξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή ήταν μικρότερη από εκείνη που είχε καταγραφεί κατά το ενεργειακό σοκ του 2022, ενώ οι τιμές υποχώρησαν σχετικά γρήγορα όταν μειώθηκε ο αντιλαμβανόμενος κίνδυνος για την παγκόσμια προσφορά.
Η Κίνα και τα αποθέματα πετρελαίου
Η συσσώρευση αποθεμάτων από την Κίνα αποτελεί έναν από τους παράγοντες που περιορίζουν την ένταση των διακυμάνσεων στην αγορά πετρελαίου.
Τα αυξημένα αποθέματα δημιουργούν πρόσθετη δυνατότητα απορρόφησης διαταραχών στην προσφορά. Σε συνδυασμό με την αυξημένη παγκόσμια παραγωγή, μειώνουν τον κίνδυνο μιας μεγάλης και παρατεταμένης ανόδου των τιμών ακόμη και όταν οι γεωπολιτικές εξελίξεις περιορίζουν προσωρινά τις διαθέσιμες ποσότητες.
Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιεί την αγορά πετρελαίου από εκείνη του φυσικού αερίου, όπου τα επίπεδα αποθήκευσης στην Ευρώπη παραμένουν βασική πηγή ανησυχίας.
Φυσικό αέριο: μεγαλύτερη έκθεση στις διεθνείς διακυμάνσεις
Στο φυσικό αέριο, η κατάσταση είναι διαφορετική.
Η Ευρώπη έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο μέσω αγωγών, αλλά η αντικατάσταση των ρωσικών ροών έγινε σε μεγάλο βαθμό μέσω εισαγωγών LNG.
Το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές φυσικού αερίου της ΕΕ μειώθηκε από περίπου 35% το 2021 σε 14,6% το 2025. Παράλληλα, αυξήθηκαν οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία και το Αζερμπαϊτζάν.
Η αλλαγή αυτή βελτίωσε τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού, αλλά ταυτόχρονα συνέδεσε περισσότερο την ευρωπαϊκή αγορά με τις διεθνείς συνθήκες προσφοράς και ζήτησης LNG.
Όταν αυξάνεται η ζήτηση στην Ασία, οι ευρωπαϊκές εταιρείες πρέπει να ανταγωνιστούν για τα ίδια διαθέσιμα φορτία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές TTF και να αυξήσει το κόστος αναπλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών.
Τα αποθέματα φυσικού αερίου παραμένουν κρίσιμος παράγοντας
Η ανάγκη αναπλήρωσης των αποθεμάτων αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το φυσικό αέριο αντιδρά εντονότερα στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, όπου τα υψηλά αποθέματα και η δυνατότητα αλλαγής προμηθευτών περιορίζουν μέρος των πιέσεων, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου πρέπει να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες πριν από τις περιόδους υψηλής ζήτησης.
Παράλληλα, οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να αυξήσουν γρήγορα την κατανάλωση φυσικού αερίου. Οι υψηλές θερμοκρασίες αυξάνουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη, ενώ η μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή ή οι περιορισμοί στην πυρηνική παραγωγή μπορούν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερη χρήση μονάδων φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη ζήτηση LNG και αυξάνει την πίεση στις τιμές TTF.
Ο ανταγωνισμός Ευρώπης – Ασίας για το LNG
Η στροφή της Ευρώπης προς το LNG σημαίνει ότι οι τιμές φυσικού αερίου επηρεάζονται πλέον περισσότερο από τη ζήτηση μεγάλων οικονομιών εκτός Ευρώπης.
Σε περίπτωση αυξημένης ζήτησης στην Ασία, περισσότερα φορτία LNG μπορούν να κατευθυνθούν προς τις ασιατικές αγορές, περιορίζοντας τις ποσότητες που είναι διαθέσιμες για την Ευρώπη.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη πρέπει να αναπληρώσει τα αποθέματά της. Ο ανταγωνισμός για τα φορτία μπορεί να διατηρήσει τις τιμές TTF σε υψηλότερα επίπεδα ακόμη και εάν η γεωπολιτική κατάσταση βελτιωθεί.
Ο ρόλος των ΗΠΑ είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς έχουν εξελιχθεί σε βασικό προμηθευτή LNG της Ευρώπης. Η αύξηση των αμερικανικών εισαγωγών συνέβαλε στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία, αλλά δεν εξάλειψε την έκθεση της ευρωπαϊκής αγοράς στις παγκόσμιες διακυμάνσεις.
Δύο σενάρια για τις τιμές το 2026
Η ανάλυση της Eurobank εξετάζει δύο βασικά σενάρια, ανάλογα με την πορεία των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή.
Στο θετικό σενάριο, προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση των εντάσεων εντός του τρίτου τριμήνου του 2026 και συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία θα επιτρέψει την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στις κρίσιμες ενεργειακές διαδρομές.
Σε αυτή την περίπτωση, η μέση τιμή του Brent εκτιμάται μεταξύ 85,6 και 87,1 δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ η τιμή του φυσικού αερίου στον κόμβο TTF αναμένεται να διαμορφωθεί μεταξύ 47,9 και 49,9 ευρώ/MWh.
Η αποκλιμάκωση, ωστόσο, δεν θα οδηγούσε αυτομάτως σε επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα κινδύνου και οι αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας θα μπορούσαν να παραμείνουν υψηλότερα για κάποιο διάστημα.
Στο δυσμενές σενάριο, η γεωπολιτική κρίση παρατείνεται, δεν επιτυγχάνεται σταθερή συμφωνία και η διέλευση από το Στενό του Ορμούζ παραμένει περιορισμένη.
Σε αυτή την περίπτωση, το Brent εκτιμάται ότι θα κινηθεί μεταξύ 88,5 και 93,4 δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ το TTF μεταξύ 54 και 57,1 ευρώ/MWh.
Η μεγαλύτερη επίπτωση αναμένεται στο φυσικό αέριο, καθώς η περιορισμένη προσφορά LNG, ο ανταγωνισμός με την Ασία και η ανάγκη αναπλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθεμάτων θα λειτουργήσουν ταυτόχρονα.
Οι ΑΠΕ περιορίζουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα
Η αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η μεγαλύτερη παραγωγή από ΑΠΕ περιορίζει την ανάγκη εισαγωγών ορυκτών καυσίμων και μειώνει την έκθεση των ευρωπαϊκών οικονομιών σε γεωπολιτικές διαταραχές.
Ωστόσο, η μειωμένη υδροηλεκτρική παραγωγή και οι περιορισμοί σε πυρηνικές μονάδες το 2026 έχουν δείξει ότι η αυξημένη παραγωγή ΑΠΕ δεν εξαλείφει την ανάγκη για ευέλικτες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.
Σε περιόδους υψηλής ζήτησης και χαμηλής παραγωγής από υδροηλεκτρικά ή πυρηνικά, το φυσικό αέριο μπορεί να χρησιμοποιηθεί περισσότερο για την κάλυψη του φορτίου, αυξάνοντας τη ζήτηση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Για τον λόγο αυτό, η ανάπτυξη ΑΠΕ συνδέεται πλέον και με την ανάγκη για περισσότερη αποθήκευση και ευέλικτη παραγωγή, ώστε η Ευρώπη να περιορίσει περαιτέρω την κατανάλωση φυσικού αερίου.
Η ενεργειακή ασφάλεια μετά τη Ρωσία
Η Ευρώπη έχει αλλάξει σημαντικά το μοντέλο ενεργειακού εφοδιασμού της τα τελευταία χρόνια. Στο πετρέλαιο, η μείωση της ρωσικής συμμετοχής και η διεύρυνση των προμηθευτών δημιούργησαν μια πιο διαφοροποιημένη αγορά. Η δυνατότητα μεταφοράς αργού μέσω θαλάσσης επιτρέπει επίσης ταχύτερη προσαρμογή όταν αλλάζουν οι εμπορικές ροές.
Στο φυσικό αέριο, η μείωση της ρωσικής παρουσίας ήταν επίσης σημαντική, αλλά η Ευρώπη χρειάστηκε να στραφεί σε μεγάλο βαθμό στο LNG. Αυτό μετέφερε μέρος του κινδύνου από τις αγωγούς σε μια παγκόσμια αγορά όπου Ευρώπη και Ασία ανταγωνίζονται για διαθέσιμα φορτία.
Η στρατηγική REPowerEU έχει συμβάλει στη διαφοροποίηση των προμηθευτών και στην ανάπτυξη των ΑΠΕ, όμως η αγορά φυσικού αερίου εξακολουθεί να παρουσιάζει μεγαλύτερη ευαισθησία σε γεωπολιτικές και κλιματικές μεταβολές.
Τι σημαίνουν τα δύο σενάρια για την ευρωπαϊκή αγορά
Η σύγκριση πετρελαίου και φυσικού αερίου δείχνει ότι μια κοινή γεωπολιτική κρίση δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις στις δύο αγορές.
Το πετρέλαιο διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία εφοδιασμού και σήμερα υποστηρίζεται από αυξημένα παγκόσμια αποθέματα. Η Ευρώπη έχει επίσης διαφοροποιήσει σημαντικά τις πηγές εισαγωγών της.
Το φυσικό αέριο παραμένει περισσότερο εκτεθειμένο, καθώς η Ευρώπη εξαρτάται από τις διεθνείς αγορές LNG, πρέπει να διατηρεί επαρκή αποθέματα πριν από τον χειμώνα και ανταγωνίζεται την Ασία για διαθέσιμα φορτία.
Έτσι, η πορεία των τιμών το 2026 θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Ακόμη και στο θετικό σενάριο, όμως, η ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου αναμένεται να παραμείνει σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα που επικρατούσαν πριν από τις τελευταίες ενεργειακές αναταράξεις.
Για την Ευρώπη, η διαφοροποίηση των προμηθευτών έχει μειώσει την άμεση εξάρτηση από έναν συγκεκριμένο ενεργειακό προμηθευτή. Δεν έχει όμως εξαλείψει την έκθεση στις διεθνείς αγορές. Η διαφορά είναι ότι σήμερα η μεγαλύτερη ευαισθησία εντοπίζεται κυρίως στο LNG και στον παγκόσμιο ανταγωνισμό για τα διαθέσιμα φορτία φυσικού αερίου.