Φυσικό αέριο: Προς τα 100 ευρώ/MWh τον Νοέμβριο – οι επιπτώσεις σε ρεύμα και βιομηχανία
Σε επίπεδα άνω των 90 ευρώ/MWh κινείται η τιμή του φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, με τις εκτιμήσεις να τοποθετούν την πιθανή υπέρβαση των 100 ευρώ/MWh ακόμη και μέσα στον Νοέμβριο. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα, τα μειωμένα αποθέματα των ευρωπαϊκών αποθηκών και οι ανησυχίες για την επάρκεια των φορτίων LNG ενισχύουν τις ανοδικές πιέσεις, δημιουργώντας νέα δεδομένα για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και τη βιομηχανική παραγωγή.
Το ολλανδικό συμβόλαιο αναφοράς TTF έχει ήδη καταγράψει συναλλαγές άνω των 96 ευρώ/MWh, στα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2022. Η τιμή του έχει αυξηθεί περισσότερο από 200% σε ετήσια βάση και κατά 114% το τελευταίο εξάμηνο. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να κινηθεί περαιτέρω προς τα 95 ευρώ/MWh, ενώ η υπέρβαση των 100 ευρώ θεωρείται πλέον πιθανό ενδεχόμενο για τον επόμενο μήνα.
Δεν υπάρχει, ωστόσο, αντίστοιχη συμφωνία ως προς τη διάρκεια παραμονής των τιμών σε αυτά τα επίπεδα. Παράλληλα, στο πλαίσιο των δυσμενέστερων σεναρίων εξετάζεται ακόμη και η προσέγγιση των 200 ευρώ/MWh. Πρόκειται για ακραίο σενάριο πίεσης, το οποίο προϋποθέτει σοβαρή και παρατεταμένη διαταραχή στην προσφορά LNG σε συνδυασμό με παρατεταμένες περιόδους έντονου ψύχους.
Γεωπολιτική αβεβαιότητα και χαμηλά αποθέματα
Σημαντικό μέρος των ανοδικών πιέσεων συνδέεται με τον κίνδυνο διαταραχών στις θαλάσσιες μεταφορές LNG, ιδίως στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ. Η ανησυχία για ενδεχόμενη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή ενισχύει τον ανταγωνισμό μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για την εξασφάλιση φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με τις αποθήκες φυσικού αερίου γεμάτες σε ποσοστό περίπου 72%-75%. Το επίπεδο αυτό αφήνει μικρότερα περιθώρια ασφαλείας σε περίπτωση αυξημένης κατανάλωσης ή περιορισμού των εισαγωγών.
Οι δυσμενείς προσομοιώσεις δείχνουν ότι, εάν επικρατήσουν χαμηλές θερμοκρασίες, τα αποθέματα θα μπορούσαν να υποχωρήσουν κοντά στο 55% έως τα Χριστούγεννα και ακόμη και στο 11% στο τέλος Μαρτίου. Πρόκειται για σενάρια έντονης πίεσης και όχι για τη βασική πρόβλεψη της αγοράς. Ωστόσο, αναδεικνύουν την ευαισθησία του ευρωπαϊκού συστήματος σε περίπτωση που συμπέσουν αυξημένη ζήτηση, χαμηλή παραγωγή από ΑΠΕ και προβλήματα στην προσφορά.
Ακόμη και δύο έως τρεις εβδομάδες έντονου ψύχους, σε συνδυασμό με χαμηλή παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά, θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά τη ζήτηση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή. Πρόσθετη πίεση προκαλούν οι απρογραμμάτιστες διακοπές παραγωγής στη Νορβηγία, έναν από τους βασικούς προμηθευτές της ευρωπαϊκής αγοράς.
Νέες πιέσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας
Οι αυξημένες τιμές φυσικού αερίου έχουν ήδη αντίκτυπο στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το καύσιμο διατηρεί υψηλή συμμετοχή στο ελληνικό μείγμα ηλεκτροπαραγωγής. Στα τέλη Οκτωβρίου, το φυσικό αέριο κάλυπτε το 46,32% της παραγωγής, έναντι 34,8% των ΑΠΕ.
Η μέση τιμή χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε στα 186,33 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 19,22% σε σύγκριση με τα 156,31 ευρώ/MWh του Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, καταγράφηκαν ενδοημερήσιες τιμές έως 406,48 ευρώ/MWh, αποτυπώνοντας τη μεγάλη μεταβλητότητα της αγοράς.
Η εξέλιξη αυτή προμηνύει νέες επιβαρύνσεις στα πράσινα τιμολόγια του Νοεμβρίου. Οι καταναλωτές έχουν ήδη επιβαρυνθεί από τις αυξήσεις των προηγούμενων μηνών: τον Οκτώβριο οι τιμές των πράσινων τιμολογίων ήταν κατά μέσο όρο 12% υψηλότερες σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, ενώ η συνολική αύξηση σε βάθος τριμήνου υπολογίζεται περίπου στο 30%.
Το μέγεθος των ανατιμήσεων αναμένεται να διαφοροποιηθεί ανάλογα με τη στρατηγική κάθε προμηθευτή. Οι καθετοποιημένοι όμιλοι, που δραστηριοποιούνται τόσο στην παραγωγή όσο και στην προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας, έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν μέρος του αυξημένου κόστους. Αντίθετα, οι μικρότεροι προμηθευτές, με μεγαλύτερη εξάρτηση από τη χονδρεμπορική αγορά, έχουν περιορισμένα περιθώρια συγκράτησης των τελικών χρεώσεων.
Προς το παρόν, η κυβέρνηση δεν εξετάζει την επαναφορά των επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ρεύματος, παραπέμποντας τους καταναλωτές στα σταθερά τιμολόγια. Ωστόσο, η απόσυρση του σταθερού προγράμματος της ΔΕΗ με χρέωση 11,5 λεπτών/kWh στις 31 Οκτωβρίου περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές χαμηλού κόστους, εφόσον δεν αντικατασταθεί από αντίστοιχα ανταγωνιστικό προϊόν.
Η βιομηχανία αντιμέτωπη με υψηλότερο ενεργειακό κόστος
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους οικιακούς καταναλωτές. Η παραμονή του φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα επιβαρύνει το ενεργειακό κόστος της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και εντείνει τις ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητά της.
Το πρόβλημα αφορά τόσο τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο στην παραγωγική διαδικασία όσο και εκείνες που επηρεάζονται από την αύξηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν και το 2027, οι επιπτώσεις μπορεί να επεκταθούν στο κόστος παραγωγής, στις τιμές των προϊόντων και στον ευρύτερο πληθωρισμό.
Ενδεικτική είναι η εξέλιξη στην ισπανική αγορά, όπου τα προθεσμιακά συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας για το 2027 αυξήθηκαν από περίπου 88 ευρώ/MWh σε περισσότερα από 110 ευρώ/MWh μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα. Στην Πολωνία, παράλληλα, καταγράφεται υποχώρηση των συναλλαγών σε μακροπρόθεσμα συμβόλαια φυσικού αερίου για το 2027, καθώς οι βιομηχανικοί καταναλωτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στις υψηλές τιμές.
Η βασική ανησυχία της αγοράς δεν αφορά πλέον μόνο την πρόσκαιρη άνοδο, αλλά το ενδεχόμενο παγίωσης ενός υψηλότερου επιπέδου ενεργειακού κόστους. Σε αυτή την περίπτωση, οι επιχειρήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με αυξημένες δαπάνες και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό τους.
Η αναπλήρωση των αποθηκών και το στοίχημα του επόμενου χειμώνα
Ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις αποκλιμακωθούν και οι τιμές υποχωρήσουν, η Ευρώπη θα πρέπει να εξασφαλίσει επαρκείς ποσότητες LNG για την αναπλήρωση των αποθηκών ενόψει της επόμενης χειμερινής περιόδου. Η ανάγκη αυτή ενδέχεται να διατηρήσει την πίεση στην αγορά και μετά το τέλος του τρέχοντος χειμώνα.
Η διαφοροποίηση των οδών τροφοδοσίας, η ενίσχυση των υποδομών και η έγκαιρη εξασφάλιση φορτίων LNG αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας. Για τους καταναλωτές και τη βιομηχανία, καθοριστικό θα είναι αν οι σημερινές πιέσεις θα περιοριστούν σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας ή αν θα οδηγήσουν σε παρατεταμένα υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.