1. Home
  2. Καταναλωτής
  3. Ένταξη στο «Εξοικονομώ»: κριτήρια και δικαιολογητικά
Ένταξη στο «Εξοικονομώ»: κριτήρια και δικαιολογητικά

Ένταξη στο «Εξοικονομώ»: κριτήρια και δικαιολογητικά

0

Ενεργειακή εξοικονόμηση, φτωχά νοικοκυριά και περιοχές που αντιμετωπίζουν δυσμενέστερες καιρικές συνθήκες αποτελούν τα βασικά κριτήρια για το άνοιγμα της ηλεκτρονικής πλατφόρμας για την υποβολή αιτήσεων στο νέο πρόγραμμα «Εξοικονομώ». Το πρόγραμμα αυτό αναμένεται να ανοίξει τον Οκτώβριο και στοχεύει στην ενεργειακή αναβάθμιση 50.000 κατοικιών. 

Το νέο «Εξοικονομώ», που παρουσίασε την περασμένη εβδομάδα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, θα χρηματοδοτηθεί με πόρους ύψους 632 εκατ. ευρώ και θα κινητοποιήσει συνολικά κεφάλαια ύψους 1 δισ. ευρώ. Ένας ξεχωριστός προϋπολογισμός ύψους 100 εκατ. ευρώ, που θα διασφαλισθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης, θα διατεθεί μέσω αυτόνομης δράσης στο πλαίσιο του προγράμματος για τα φτωχά νοικοκυριά, αφού ένας από τους βασικούς στόχους του νέου «Εξοικονομώ» είναι και η καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας.

Με το νέο σύστημα υποβολής αιτήσεων καταργείται η χρονική προτεραιότητα, ενώ οι αιτήσεις θα βαθμολογούνται βάσει ενεργειακών, οικονομικών και κοινωνικών κριτηρίων. Θα δοθεί προτεραιότητα σε νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα, σε ΑμεΑ, μονογονεϊκές οικογένειες, μακροχρόνια ανέργους, πολυτέκνους και σε νοικοκυριά με αυξημένες ενεργειακές ανάγκες. Τα ποσοστά επιδοτήσεων επανακαθορίζονται με γνώμονα την εκτιμώμενη ετήσια εξοικονόμηση ενέργειας ανά κιλοβατώρα, βάσει του προτεινόμενου κόστους παρεμβάσεων. Επίσης, με βάση την αποδοτικότερη απορρόφηση κονδυλίων, η κατανομή των πόρων θα γίνεται ανά νομό και όχι ανά περιφέρεια όπως στο παρελθόν. Η εκτιμώμενη ετήσια εξοικονόμηση ενέργειας βάσει του προτεινόμενου κόστους παρεμβάσεων θα αποτελέσει το σημαντικότερο κριτήριο σε ποσοστό 50% και ακολουθεί το ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα σε ποσοστό 15%.

Δικαιούχοι μπορούν να είναι μόνο όσοι έχουν εμπράγματο δικαίωμα στο ακίνητο, το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία τους. Στην περίπτωση αυτή το ύψος της επιδότησης ξεκινά από 40% και φτάνει έως 75%, ανάλογα με το ατομικό ή οικογενειακό εισόδημα, ενώ για την ίδια συμμετοχή σχεδιάζεται ένα ασφαλές χρηματοδοτικό εργαλείο, ώστε αυτή να καλυφθεί με τραπεζικό δανεισμό. Το ανώτατο ποσοστό επιδότησης (75%) προβλέπεται για φυσικά πρόσωπα με ατομικά εισοδήματα έως 5.000 ευρώ και για νοικοκυριά με οικογενειακά εισοδήματα έως 10.000 ευρώ. Ο μέγιστος επιλέξιμος προϋπολογισμός των επενδύσεων είναι 0,9 ευρώ ανά κιλοβατώρα εξοικονομούμενης ενέργειας ανά τετραγωνικό και 180 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο της κατοικίας (όποιο από τα δύο είναι μικρότερο) και με ανώτατο πλαφόν σε κάθε περίπτωση τα 28.000 ευρώ.

Δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα έχουν για πρώτη φορά και ιδιοκτήτες για σπίτια που ενοικιάζουν, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενοικιαστής το χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία. Στην περίπτωση αυτή η επιδότηση είναι οριζόντια (40%) και προσαυξάνεται κατά 10% εάν υποβληθεί αίτημα για όλη την πολυκατοικία. Επιλέξιμα, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θεωρούνται κατοικίες, μονοκατοικίες και διαμερίσματα που είναι νόμιμα και δεν έχουν κριθεί κατεδαφιστέα, που έχουν καταταχθεί σε κατηγορία ενεργειακής κλάσης χαμηλότερη ή ίση της Γ΄ και διαθέτουν ηλεκτρονική ταυτότητα κτιρίου. Οι δικαιούχοι έχουν δικαίωμα για μία μόνο αίτηση ή περισσότερες από μία εάν πρόκειται για πολυκατοικία. Η δυνατότητα υποβολής αιτήσεων για παρεμβάσεις αποκλειστικά σε κοινόχρηστους χώρους πολυκατοικιών που ίσχυε στο προηγούμενο πρόγραμμα, καταργείται.

Επίσης, δεν περιλαμβάνεται στις επιλέξιμες παρεμβάσεις η αναβάθμιση του ανελκυστήρα και η εγκατάσταση φωτοβολταϊκού, για τα οποία θα υπάρξουν ξεχωριστά προγράμματα. Η πλατφόρμα υποβολής και αξιολόγησης των αιτήσεων θα λειτουργεί στο ΤΕΕ και θα μείνει ανοιχτή για έναν μήνα προκειμένου να υπάρχει χρόνος προετοιμασίας. Από τη στιγμή που ολοκληρωθεί η διαδικασία υπαγωγής, ο ωφελούμενος θα πρέπει σε διάστημα ενός έτους να ολοκληρώσει τις παρεμβάσεις, διαφορετικά θα απεντάσσεται και στη θέση του θα μπαίνουν επιλαχόντες, για τους οποίους το πρόγραμμα παραμένει ανοιχτό σε περίπτωση που εξοικονομηθούν πρόσθετοι πόροι.

Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση για την κάλυψη του ποσού πέραν της επιχορήγησης, οι ωφελούμενοι θα πρέπει να διαθέσουν είτε ίδια κεφάλαια είτε να συνάψουν δανειακή σύμβαση.

Στην περίπτωση κάλυψης της ιδιωτικής συμμετοχής μόνο με ίδια κεφάλαια, δεν υπάρχει η δυνατότητα προκαταβολής από το πρόγραμμα. Ο ωφελούμενος πληρώνει ο ίδιος την προκαταβολή και μετά την αποπληρωμή του ποσού των ιδίων κεφαλαίων (συνυπολογίζοντας και την προκαταβολή) και την προσκόμιση των αντίστοιχων αποδεικτικών στοιχείων στο φορέα υλοποίησης του έργου, εκταμιεύεται η επιχορήγηση για πληρωμή των αναδόχων και προμηθευτών σε τραπεζικό λογαριασμό τους από τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Σε περίπτωση δανειακής σύμβασης, η διάρκειά της προβλέπεται από 4 έως 6 έτη και θα συνοδεύεται με επιδοτούμενο σταθερό επιτόκιο της τάξης του 4%. Για τη χορήγηση δανείου δεν είναι επιτρεπτή η απαίτηση από τις τράπεζες εμπράγματων εγγυήσεων, ενώ κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η δυνατότητα να μπει εγγυητής κατά την υποβολή της πρότασης στις περιπτώσεις που οι πολίτες το επιθυμούν για να βελτιώσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα. Η επιδότηση επιτοκίου είναι επιλέξιμη για όλη τη διάρκεια του δανείου.

Τα δικαιολογητικά και ο έλεγχος

Κάθε φυσικό πρόσωπο που επιθυμεί να συμμετάσχει στο πρόγραμμα εξετάζει εάν πληροί τα κριτήρια, συγκεντρώνει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και απευθύνεται σε ενεργειακό επιθεωρητή, ώστε να διενεργηθεί η πρώτη ενεργειακή επιθεώρηση της ιδιοκτησίας και να εκδοθεί το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης (Α΄ ΠΕΑ).

Κατόπιν, κατά το διάστημα υποβολής αιτήσεων, συμπληρώνει την αίτηση στο πληροφοριακό σύστημα της επίσημης διαδικτυακής πύλης του προγράμματος, επιλέγοντας –εάν επιθυμεί– τη χορήγηση δανείου και από ποιον χρηματοπιστωτικό οργανισμό θα γίνει αυτό.

Επιλέξιμες, σύμφωνα με το προσχέδιο του οδηγού του προγράμματος που παρουσιάζει η «Κ», είναι οι παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται μετά την έκδοση του ΠΕΑ της πρώτης ενεργειακής επιθεώρησης. Μέρος των παρεμβάσεων μπορεί να πραγματοποιηθεί και πριν από την έκδοση της απόφασης υπαγωγής, με αποκλειστική ευθύνη του ωφελούμενου. Η υποβολή της αίτησης, η παρακολούθηση της υλοποίησης των παρεμβάσεων εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και οι ενέργειες για την ολοκλήρωση του έργου, μπορεί να ανατίθενται από τους δυνητικά ωφελούμενους σε σύμβουλο έργου.

Επόμενο βήμα είναι η ανάρτηση από τον ωφελούμενο ή τον σύμβουλο έργου στο πληροφοριακό σύστημα του προγράμματος στοιχείων που αφορούν το ΠΕΑ, τις παρεμβάσεις που έχουν προκύψει από το ΠΕΑ και οδηγούν στην επίτευξη του ενεργειακού στόχου, το αντίστοιχο κόστος αυτών, καθώς και λοιπά δικαιολογητικά. Μετά το πέρας του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο το πληροφοριακό σύστημα υποβολής των αιτήσεων θα παραμένει ανοιχτό, θα  διενεργηθεί έλεγχος των στοιχείων. Οι αιτήσεις θα βαθμολογούνται βάσει των κριτηρίων του προγράμματος, λαμβάνοντας σειρά κατάταξης. Με τον τρόπο αυτό θα καταρτίζονται ανά νομό οι προσωρινοί πίνακες κατάταξης. Με το πέρας της περιόδου ενστάσεων και την οριστικοποίηση των πινάκων κατάταξης, θα εκδίδεται η απόφαση υπαγωγής στο πρόγραμμα για τις επιτυχούσες αιτήσεις, στο πλαίσιο των αντίστοιχων πόρων ανά νομό. Οι αιτήσεις οι οποίες δεν θα λάβουν απόφαση υπαγωγής, διατηρούν τη θέση τους στους πίνακες κατάταξης. Σε περίπτωση μη αποδοχής της υπαγωγής, θα γίνεται κάλυψη της θέσης από την αμέσως επόμενη αίτηση, σύμφωνα με τους πίνακες οριστικής κατάταξης και στα πλαίσια διαθεσιμότητας των αντίστοιχων πόρων. Μετά την υλοποίηση των παρεμβάσεων, διενεργείται επιθεώρηση από ενεργειακό επιθεωρητή (διαφορετικό από τον ενεργειακό επιθεωρητή που συνέταξε το Α΄ ΠΕΑ) και εκδίδεται νέο ΠΕΑ (Β΄ ΠΕΑ). Βάσει του Β΄ ΠΕΑ και κατόπιν διαπίστωσης επίτευξης του ενεργειακού στόχου και της απαιτούμενης εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και του ελέγχου των δικαιολογητικών, ολοκληρώνεται η καταβολή των κινήτρων του προγράμματος στους ωφελούμενους. Οι δαπάνες για τις δύο ενεργειακές επιθεωρήσεις, του συμβούλου έργου, την έκδοση ηλεκτρονικής ταυτότητας, καθώς και τυχόν λοιπές δαπάνες μελετών, καλύπτονται με ανώτατη επιδότηση τα 1.500 ευρώ για μονοκατοικίες και διαμερίσματα και τα 3.700 ευρώ για πολυκατοικίες.